Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΛΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ




Πολλές φορές όταν γίνεται συζήτηση για τις σχέσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας, η συζήτηση πάει στους εξοπλισμούς της Τουρκίας και της Ελλάδος αλλά και στην προσπάθεια της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει πολεμική βιομηχανία.

Στα πλαίσια της επιθετικής πολιτικής του Ερντογάν και στο λεγόμενο «Στρατηγικό Βάθος» του Νταβούτογλου, η Τουρκία προσπαθεί να μετατραπεί σε περιφερειακή υπερδύναμη. Ασχέτως των Εσωτερικών πολιτικών αναλύσεων που δείχνουν ότι μάλλον δεν θα τα καταφέρει, υπάρχει ένα ζήτημα αναφορικά με τον ρόλο της χώρας μας και την πολεμική μας βιομηχανία.

Φυσικά δεν σκοπεύω να επιλύσω αυτό το πρόβλημα. Απαιτείται ευρύτερη γνώση και γεωπολιτική ανάλυση βάθους και πολλών σκεπτικών για να αποφασίσω ακόμα και ο ίδιος τι θα ήταν καλύτερο η χώρα μας να πράξει. Σκοπό έχω απλά να καταγράψω τα πραγματικά διλλήματα που θα ήθελα να τεθούν στην πολιτική ατζέντα πριν απαντήσουμε στο Ερώτημα «τι θα κάνουμε με την πολεμική μας βιομηχανία;».

ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΛΛΗΜΑ

Απλοποιημένα τα οικονομικά ξεκινούν με ένα ερώτημα, ΌΠΛΑ ή ΒΟΥΤΥΡΟ (guns or butter). Το συγκεκριμένο «δίλλημα» τίθεται από τους Οικονομολόγους για να δείξουν τον προβληματισμό ανάμεσα στην μοιρασιά των παραγωγικών συντελεστών μιας χώρας (αφού αυτοί είναι περιορισμένοι) ανάμεσα σε «πολεμική προπαρασκευή» και «καταναλωτικά αγαθά».

Και τα δύο πληρούν ορισμένες ανάγκες μιας κοινωνίας. Το μεν πληροί την ανάγκη για Ασφάλεια, Κυριαρχία, και Δύναμη, το δεύτερο την ευημερία, τον πλούτο, την ικανοποίηση καθημερινών αναγκών.

Παρότι στην πραγματικότητα σε βάθος χρόνου τέτοια διλλήματα (δηλαδή εκφράσεις που ξεκινούν με το ceteris paribus) δεν είναι καθόλου απόλυτα, σε γενικές γραμμές ισχύει αυτό το δίλλημα. 


Αντίστοιχα διλλήματα δημιουργούνται και από τον καταμερισμό των Αμυντικών Δαπανών, μεταξύ πυρηνικών και συμβατικών όπλων, μεταξύ Στρατού Ξηράς, Αεροπορίας και Ναυτικού. [4]. Σε αυτού του τύπου διλλήματος δεν είναι δυνατόν να μπούμε στο παρόν κείμενο και εκτός αυτού αποτελεί πολύ εξειδικευμένη γνώση που δεν αφορά την κουλτούρα σκέψης ενός πολίτη, αλλά ενός στρατιωτικού που σίγουρα γνωρίζει πολύ καλύτερα τα ζητήματα αυτού του καταμερισμού από εμένα.

ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ

Κατ’ αρχάς από την δημιουργία των Εθνών – Κρατών, οι πολεμικές βιομηχανίες παρέμεναν υπό κρατικό έλεγχο. Ο έλεγχος αυτός επιτυγχάνονταν είτε με έμμεσο τρόπο (κανονιστικό νομικό πλαίσιο – ΗΠΑ, Ναζιστική Γερμανία), είτε με καθολικό κρατικό έλεγχο (ΕΣΣΔ), είτε με μικτό τρόπο (Ιαπωνία). Ο λόγος είναι ότι η πολεμική βιομηχανία αποτελούσε ένα συστατικό στοιχείο της επιρροής που απολάμβανε ένα κράτος ανά τον κόσμο. Επομένως η πολεμική τεχνολογία ήταν υπερπολύτιμο αγαθό.

Με την πτώση του «Σιδηρούν παραπετάσματος», οι πολεμικοί εξοπλισμοί άμεσα μειώθηκαν από όλες τις χώρες. Συγκεκριμένα έπεσαν κατά 53% από το 1989 – 1991 διεθνώς με τις ΗΠΑ να τις μειώνουν την ίδια περίοδο κατά 34%. [1]. Το παραπάνω απετέλεσε ένα βασικότατο πρόβλημα για τις βιομηχανίες αυτές και αποτέλεσε καταλύτη της «Παγκοσμιοποίησης» τους. Έκτοτε υπάρχουν πολλά ανοιχτά θέματα που σχετίζονται με τις ίδιες και αφορούν και την επιβίωση τους και την ανάπτυξη τους και την εξέλιξη τους, αλλά και τελικά και την ίδια γεωπολιτική αντίληψη της χώρας που τις ελέγχει. Το παράδειγμα του Ην. Βασιλείου φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:




[4, σελ.12]

ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ

Για να επιβιώσει μια τέτοια βιομηχανία, απαιτείται να πάρει ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με την χώρα, την γεωπολιτικο-οικονομική αντίληψη της, αλλά και την ίδια την επιχείρηση.

Όπως προειπώθηκε παλαιότερα κάθε χώρα είχε τα δικά της οπλικά συστήματα κατά κανόνα. Δηλαδή η πλειοψηφία των οπλικών συστημάτων της κάθε χώρας είχαν σχεδιαστεί από την ίδια, και προορίζονταν για την ίδια και τους συμμάχους της. Αυτή η λογική τείνει να εκλείψει στην σύγχρονη πολεμική βιομηχανία.

Ο βασικός πελάτης της παραπάνω αντίληψης ήταν το κράτος, που είτε άμεσα (μέσω της αγοράς οπλικών συστημάτων) είτε έμμεσα (μέσω της κρατικής επιχορήγησης) συντηρούσε αυτές τις βιομηχανίες. Η μείωση των δαπανών αυτών για τις βιομηχανίες αυτές σήμαινε ότι υπήρχε πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα η οποία μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, είτε έπρεπε να διοχετευτεί κάπου, είτε να μειωθεί και να αποβληθεί από την επιχείρηση. [1].

Επομένως η επιχείρηση είχε πρακτικά τρεις επιλογές:
Ø   Να μειώσει την επιχείρηση στα πλαίσια των παραγγελιών που είχε (ή των παραγωγικών αναγκών ορθότερα), κλείνοντας μονάδες και μειώνοντας προσωπικό.
Ø      Να κρατήσει την υπάρχουσα παραγωγική δυναμικότητα διοχετεύοντας την κάπου.
Ø      Να συντηρούνται οι ζημιές της από το κράτος και άρα από τον φορολογούμενο πολίτη μέσω των φόρων που πληρώνει.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΛΟΓΗ

Στρατηγική 1: Η δυσκολότερη. Η στρατηγική του να ξεκινήσει μια επιθετική εμπορική πολιτική η οποία θα κλέψει μερίδιο αγοράς άλλων επιχειρήσεων του κλάδου και επομένως θα διατηρήσει την παραγωγική δυναμικότητα στα ίδια επίπεδα αφού οι παραγγελίες θα αυξηθούν εις βάρος των ανταγωνιστών. [1].

Αυτό εκτός από το ότι απαιτεί μια συγκεκριμένη κουλτούρα, σε θέτει και μόνο εναντίον όλων, σε έναν κλάδο όπου ακόμα και αν έχουν μειωθεί οι δαπάνες ελέγχεται από το κράτος. Έτσι την κουλτούρα αυτή την έχουν όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου της χώρας (αφού ανήκουν στην ίδια κουλτούρα), αλλά και οι άλλες κυβερνήσεις δεν θα «ρίξουν» την δική τους πολεμική βιομηχανία για «χάρη σου». Οι κυβερνήσεις τους θα συνεχίσουν να κλείνουν συμφωνίες με άλλα δεδομένα και όχι με βάση το «κατάλληλο Μάρκετινγκ».

Πιο κοντά σε αυτή την αντίληψη, δηλαδή στο καλύτερο Marketing των προϊόντων τους, ήταν φυσικά οι ΗΠΑ και η Ρωσία απείχε πολύ από αυτό, αφού οι Ρωσικές Επιχειρήσεις δεν είχαν καμία ανάγκη ποτέ να πουλήσουν προϊόντα σε τρίτους (εκτός ΕΣΣΔ) και οι κυβερνήσεις τους εξασφάλιζαν την παραγωγή τους και τις πρώτες ύλες που χρειαζόταν οι βιομηχανίες αυτές. [2]. Δεν θα αναφέρω καθόλου τα προβλήματα του Management στις προμήθειες τους, όταν κατά το δεύτερο μισό του 1980 άρχισαν και οι ίδιες να βλέπουν ότι παρότι ήταν πιο ψηλά από κάθε άλλη βιομηχανία της χώρας, άρχισαν να έχουν προβλήματα πρώτων υλών. [2]. Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι εξαγωγές όπλων σε εκατομμύρια ευρώ ανά χώρα. Να θυμίσουμε ότι ακόμα και η Ρωσία έχει ζημιές σε ότι αφορά την πολεμική της Βιομηχανία.




[4, σελ. 5]

Η παραπάνω λογική απέτυχε σχεδόν παντού αναφορικά με την πολεμική βιομηχανία. Καμία από τις βιομηχανίες δεν κατάφερε να σταθεί μόνη της στο Διεθνές στερέωμα με τον τρόπο που πριν λειτουργούσε.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 2: Εξαγορές και συγχωνεύσεις (ο εύκολος δρόμος). Πολλές από τις επιχειρήσεις που πριν αποτελούσαν αυτοτελείς μονάδες παραγωγής άρχισαν να προχωρούν σε συγχωνεύσεις και εξαγορές από άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Το παραπάνω δεν ήταν «κακό» σε καμία περίπτωση όταν επρόκειτο για επιχειρήσεις του ίδιου Έθνους-Κράτους (πχ ΗΠΑ - General Dynamics Land Systems), ωστόσο περιπλεκόταν η κατάσταση (ηθικά και πολιτικά), όταν η εξαγορά προέρχονταν από άλλο κράτος. Και δεν είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις (πχ η Βρετανική Plessey από την Γερμανική Siemens και την GEC-Marconi, η Βελγική FN Herstal από την Γαλλική GIAT). [1].

Έτσι το ένα κράτος ουσιαστικά διατηρεί μεν τις παραγωγικές μονάδες του και τις θέσεις εργασίας της επιχείρησης, αφού αυτή δεν κλείνει, χάνει όμως οριστικά τον έλεγχο της εν λόγω βιομηχανίας, [1], ωστόσο μοιράζεται σαν χώρα τα οφέλη ή τις ζημιές της επιτυχίας ή της αποτυχίας της μητρικής εταιρίας.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 3: Οι κοινοπραξίες. Όπως και στους Δημόσιους Διαγωνισμούς, συγκεντρώνονται περισσότερες της μιας επιχείρησης και συστήνουν κοινοπραξίες για να μπορέσουν να αναλάβουν (να κερδίσουν) αλλά και να φέρουν σε πέρας ένα έργο, έτσι και στην πολεμική βιομηχανία αναπτύχθηκαν συνέργειες μεταξύ των επιχειρήσεων στην προσπάθεια τους να αναπτύξουν κοινά οπλικά συστήματα περισσότερες της μιας χώρες, ώστε να μοιραστούν τα κόστη και τα ρίσκα, όπως και τα οφέλη. [1]

Αυτό ξεκινάει με ένα γενικό σχέδιο στο οποίο συμφωνούν και οι δύο (ή περισσότερες) επιχειρήσεις και σχετίζεται άμεσα με την εξειδίκευση των δύο επιχειρήσεων. [1]. Κάθε επιχείρηση συνεισφέρει με μικρότερα projects στην έρευνα και ανάπτυξη του τελικού προϊόντος. Ανάλογα με τους πόρους που διέθεσε κάθε χώρα σε αυτό το Project έρευνας και ανάπτυξης ορίζεται και το ποσοστό παραγωγής (επομένως και κέρδους) που θα αναλάβει. [1]. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο ορίζονται κάποιοι κανόνες ίσης μεταφοράς ωφελειών προς την προσφορά (ονομάζεται “juste retour”, ή “fair return”). Ωστόσο επάνω στο «δίκαιον» γίνεται συνήθως η μεγάλη διαφωνία των επιχειρήσεων αναφορικά τελικά με το τι θα αναλάβουν. Από έρευνες φαίνεται να υπάρχει μια ιδιαίτερη προτίμηση της κάθε επιχείρησης να αναλάβει το τελευταίο κομμάτι της παραγωγής, δηλαδή την τελική συναρμολόγηση και αυτό δεν είναι άσχετο με ορισμένα ζητήματα ασφαλείας που υπάρχουν και θα αναλυθούν παρακάτω. [1].

Οι μόνες φορές που υπάρχει λύση εύκολη στο παραπάνω θέμα είναι όταν η κοινοπραξία προέρχεται κατόπιν διακυβερνητικών συμφωνιών, αφού εκεί τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της μιας και της άλλης πλευράς (πιθανότητα winwin) αυξάνονται. [1]. Παράλληλα σε αυτή την περίπτωση η «δυνατή» εταιρία δεν έχει την δυνατότητα να πιέσει την αδύναμη.

Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά με γνωστότερο όλων το μαχητικό του ΝΑΤΟ, το F-16.

Έρευνες ωστόσο έχουν παρατηρήσει ότι παρότι το κόστος και τα ρίσκα πράγματι μειώνονται για τον έναν παραγωγό, συνολικά τελικά το όπλο κοστίζει περισσότερο αφού για κάθε παραγωγό που συμμετέχει στην κοινοπραξία, τελικά το συνολικό κόστος αυξάνεται κατά 50%. Μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους, αφού αυξάνεται το τελικό κόστος. [4]. Οπότε μπορεί μέσω της συνεργασίας κάθε χώρα να μειώνει τα κόστη της συνολικά όμως μειώνει τελικά και το τελικό όφελος που θα είχε ΑΝ κατάφερνε να πουλήσει τις ίδιες ποσότητες μόνη της στο Εξωτερικό.

Η επιτυχής επίτευξη της παραπάνω Στρατηγικής σύμφωνα με απόψεις ερευνητών αποτελεί μοναδικό παράγοντα επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Πολεμικής Βιομηχανίας. Οι συνεργασίες σε πρώτη φάση και οι συνενώσεις επιχειρήσεων σε δεύτερη με βάση την διαμόρφωση μιας πανευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων είναι ένας τρόπος επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Πολεμικής Βιομηχανίας σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού Διεθνώς. Δηλαδή υπάρχει το ενδεχόμενο αν η Ευρώπη συνεχίσει να πλέει ατομιστικά, να μην καταφέρει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της εποχής όπως αυτές αρχίζουν να διαμορφώνονται. [5]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου Ευρωπαϊκές Βιομηχανίες, αν και μικρότερες από τις Αμερικανικές, συναγωνίζονται η μια την άλλη στις ίδιες αγορές (πχ BAE vs EADS στην αγορά των ΗΠΑ). [5].

Όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα, οι Αμερικανικές Βιομηχανίες έχουν τεράστια διαφορά σε μεγέθη σε σχέση ακόμα και με τις μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές Κοινοπραξίες. Η μόνη εξαίρεση αποτελεί η Βρετανική BAE η οποία και λόγω της συμμετοχής των Βρετανών σε πολέμους, αλλά και λόγω των στενών δεσμών με τις ΗΠΑ, είχε πολύ αναπτυγμένες παραγγελίες.




ΠΗΓΗ [6]

Φυσικά όλο το παραπάνω δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από ένα κοινό δόγμα για την Άμυνα και Ασφάλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών. [5].

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 4: Licensing, αδειοδότηση. Είναι παλαιά και πάγια τακτική των επιχειρήσεων πολεμικής βιομηχανίας να δίνουν την άδεια παραγωγής ενός όπλου/συστήματος σε μια άλλη χώρα ώστε να το παράξει με την δική της Βιομηχανία και άμεσα αποσπά η επιχείρηση κάποια οφέλη, χωρίς να μπλεχτεί σε μέρος της παραγωγής του εν λόγω όπλου/συστήματος. [1]. Σε αυτή την περίπτωση μια επιχείρηση με υψηλό R&D δίνει δικαιώματα παραγωγής σε μια επιχείρηση με υψηλή παραγωγική δυνατότητα (πχ δικαιώματα για το άρμα M-60 στην Ιταλία, μαχητικό jet F-104 στις Γερμανία, Βέλγιο, Ιαπωνία, Ολλανδία, Ιταλία, Γερμανικά υποβρύχια στην Βραζιλία). [1].

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 5: Family-of-weapons concept. Στην συγκεκριμένη τακτική, κάθε χώρα παρασκευάζει το δικό της όπλο/σύστημα που ταιριάζει σε μια κοινή βάση με όλες τις εκδόσεις του στις συνεργαζόμενες χώρες. Έτσι δεν χάνεται η αυτόνομη και ιδιαίτερη παραγωγή κάθε χώρας προσαρμοσμένη στις ανάγκες της, αλλά και δεν υπάρχει κανένα ζήτημα ασφαλείας.

Σε σχέση ωστόσο με την αιτία της συνέργειας εξ αρχής, δηλαδή την μείωση του κόστους, την αύξηση των εμπορικών διαθεσίμων, και όλα τα οφέλη των συνεργειών, η Στρατηγική αυτή φαίνεται να είναι η πιο αναποτελεσματική, αφού υπάρχουν μεγάλες αλληλεπικαλύψεις μεταξύ των παραγόμενων τμημάτων. [1].

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 6: Μεταφορά παραγωγικών δυνατοτήτων από την πολεμική, στην «ειρηνική βιομηχανία». Αυτή η Στρατηγική μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη, μπορεί ωστόσο να είναι και πολύ εύκολη. [1]. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Ρωσίας φάνηκε ότι οι Βιομηχανίες δυσκολεύτηκαν να περάσουν μέρος της παραγωγής τους σε ειρηνικά προϊόντα [2] και ορισμένες από αυτές το κράτος τις έκλεισε (τις περισσότερες) αφού δεν μπορούσε να τις συντηρεί. Αντίθετα με αυτό υπήρξαν επιχειρήσεις οι οποίες κατεύθυναν μέρος της παραγωγής τους στις τηλεπικοινωνίες, ή στην διαστημική έρευνα κλπ.

Την ίδια ανησυχία εκφράζουν αναλυτές και για την περίπτωση των ΗΠΑ. Θεωρούν ότι η νοοτροπία (η κουλτούρα) των πολεμικών επιχειρήσεων, θα περάσει και στο μέρος της παραγωγής που αφορά τα καταναλωτικά αγαθά και τελικά θα δημιουργήσει υψηλότερα κόστη μειώνοντας την οικονομική ανταποδοτικότητα των αγαθών αυτών, άρα την βιωσιμότητα τους στην αγορά. [3]. Η σχεδίαση και τελικά παραγωγή καταναλωτικών αγαθών από την συμβατική βιομηχανία προέρχεται από μια αντίληψη που ονομάζεται “design-to-cost”, δηλαδή ένα προϊόν οδηγείται σε παραγωγή μόνο αν μπορεί να κοστίζει τόσο λίγο ώστε να επιφέρει περισσότερα κέρδη και εκεί στοχεύει ολόκληρη η προσοχή της εταιρίας. Στην πολεμική βιομηχανία αυτό δεν ισχύει. Η πολεμική βιομηχανία παράγει προϊόντα όπου ο κύριος παράγοντας απόφασης είναι η μεγιστοποίηση των αποδόσεων. [3]. Παρότι η πολεμική βιομηχανία προσπάθεια να προάγει την λογική κόστους των συμβατικών βιομηχανιών στην παραγωγή, τα κόστη συνεχίζουν να παραμένουν υψηλά. Χωρίς την πίεση αυτή από πλευράς Management αναμενόταν το κόστος παραγωγής των όπλων ακόμα και να τριπλασιαζόταν. [3].

ΤΙ ΕΙΘΙΣΤΑΙ

Οι υπάρχουσες επιχειρήσεις προτιμούν τις στρατηγικές του Licensing και των Κοινοπραξιών. Δεν είναι λίγες όμως και οι συγχωνεύσεις. Ειδικότερα αυτές τις δύο δείχνουν να προτιμούν επιχειρήσεις που δεν βρίσκονται υπό άμεσο κρατικό έλεγχο, ή που λειτουργούν με καθαρά ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. [1]. Εκεί εγείρονται τελικά και τα μεγαλύτερα ζητήματα ασφαλείας που προαναφέρθηκαν.

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Ο σκοπός να έχει υπό την κατοχή της και τον έλεγχο της μια χώρα μια πολεμική βιομηχανία διαφέρει από χώρα σε χώρα. Άρα τα προβλήματα μπορεί να είναι πολλά. Αυτό που αποτελεί σημαντικότερο όλων είναι το πρόβλημα ασφάλειας της χώρας. [1].

Αφενός είναι επικίνδυνο για μια χώρα να εξαρτάται από τους εξοπλισμούς τρίτων για την άμυνα της. Είναι γενικότερα διαπιστωμένο, ότι η αντίληψη των πολιτών είναι πως είναι «ασφαλέστερο» για τους ίδιους η χώρα τους να έχει πολεμική βιομηχανία [1], γιατί θεωρούν πως μπορεί η χώρα τους να παράγει αυτά που χρειάζεται πραγματικά χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις.

Από την άλλη έχει παρατηρηθεί ότι για να ανταποκριθούν στα κόστη λειτουργίας αυτές οι επιχειρήσεις, πρέπει να μπούνε σε μια από τις στρατηγικές που ανέφερα παραπάνω. Άρα να μεταφέρουν τεχνογνωσία σε άλλες χώρες και σε άλλες βιομηχανίες, τεχνογνωσία που άπαξ και διαθέσεις χάνεις τον έλεγχο της μιας και καλή. Το πρόβλημα ασφαλείας για την χώρα είναι τεράστιο όπως και η οικονομική ανταποδοτικότητα της χώρας μικραίνει, και θα προσπαθήσω να εξηγήσω το παραπάνω. [1].

Παλαιότερα δύο δυνάμεις μόνο είχαν πυρηνική ενέργεια και τα αντίστοιχα όπλα. Οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ. Η ΕΣΣΔ έδωσε την τεχνογνωσία στην Κίνα. Σήμερα βλέπουμε κάθε εβδομάδα σχεδόν ειδήσεις αναφορικά με τον εμπλουτισμό ουρανίου από χώρες με την βοήθεια άλλων χωρών. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και με τα άλλα οπλικά συστήματα. Για παράδειγμα το Τουρκικό Άρμα ALTAY είχε τεχνολογία Κορεάτικη, που η Κορέα την είχε αποσπάσει από τις ΗΠΑ όταν είχε αναλάβει το Licensing αρμάτων ή από την Κοινοπραξία παραγωγής για το άρμα K-2.

Η μεταφορά τεχνογνωσίας όμως σε πολλές χώρες καθιστά λιγότερο πιθανό (έως και ελάχιστο) το ενδεχόμενο μια χώρα να μείνει χωρίς «εφόδια» και όπλα, αφού πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα θέλει και θα έχει να πουλήσει σχεδόν το ίδιο προϊόν.

Άρα άπαξ και μια χώρα δώσει μέρος της τεχνολογίας της σε μια άλλη, τα οφέλη διασπούνται στις δύο χώρες. [1] Δεν συνεχίζει η ίδια μόνη της να κρατά τα οφέλη αυτά. Άρα μειώνονται η οικονομική ανταποδοτικότητα των πόρων που ξοδεύτηκαν για να αυτή την ανάπτυξη και κάποιος άλλος με σαφώς μικρότερους πόρους εξαγοράζει άμεσα κάτι που αξίζει στην πραγματικότητα πολλά περισσότερα. Μάλιστα ενδέχεται το ίδιο προϊόν, η χώρα που το εξαγόρασε, ή το απέσπασε να το βελτιώσει και να ανταγωνίζεται μετά την αρχική χώρα παραγωγό, αποσπώντας μελλοντικές δυνητικές πωλήσεις. Αυτά είναι κόστη που οι χώρες τα βλέπουν αλλά δεν μπορούν να μετρηθούν στις μάζες με βάση τα οικονομικά εύκολα και ακόμα πιο δύσκολο είναι να γίνουν κατανοητά. Έτσι παρότι οι ΗΠΑ ξοδεύουν τις μισές εξοπλιστικές δαπάνες Παγκοσμίως, χάνουν την τεχνολογία τους με ταχύτατους ρυθμούς, ταχύτερους από ότι άλλες χώρες που δεν διαθέτουν την τεχνολογία τους σε κανέναν άλλον (πχ Ρωσία). Άρα δικαίως αναλυτές στις ΗΠΑ εκφράζουν την ανησυχία τους για την πολιτική αυτή των Αμερικανικών Επιχειρήσεων που όπως είναι φυσικό κοιτούν το βραχυχρόνιο όφελος έναντι του μακροπρόθεσμου, και το προσωπικό τους όφελος έναντι του συνόλου και του Εθνικού (αν μπορούμε να υποθέσουμε ότι εκεί αυτό υπάρχει). [1].

Η ίδια η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλαμβανόμενη την ζημιά που η ελεύθερη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών προξενεί στην χώρα και την θέση της ως υπερδύναμη, έχει συστήσει διάφορους οργανισμούς για να ελέγχουν και να περιορίζουν (να ρυθμίζουν) την ελεύθερη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών. Πρακτικά όμως αποτυγχάνουν παταγωδώς λόγω ανικανότητας συνεννόησης αλλά και νομικής ασάφειας του νομοθετικού πλαισίου[1], που οι ίδιες οι επιχειρήσεις αυτές επιβάλλουν στο πολιτικό σύστημα.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΛΟΓΗ – ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΑ ΚΟΣΤΗ

Η κάθε χώρα έχει και μια τρίτη στρατηγική επιλογή που είναι να συνεχίσει να διατηρεί την πολεμική της βιομηχανία, αποδεχόμενη όμως ότι αυτή θα έχει ζημιές και ότι οι πολίτες θα πληρώνουν τα ελλείμματα της στο διηνεκές. Χρηματοοικονομικά αναφορικά με την έννοια της αξίας να επισημάνουμε ότι το η αξία της επιχείρησης οικονομικά έτσι εκμηδενίζεται σχεδόν, αφού μιλάμε για κόστος που καταβάλλεται σταθερά κάθε έτος, άρα ως αξία κόστους δεν δρα αθροιστικά (αθροίζοντας δηλαδή απλά τα ποσά) αλλά δρα πολλαπλασιαστικά και μάλιστα εκθετικά, ουσιαστικά δημιουργώντας μια ΑΜΥΘΗΤΗ ζημιά στον πληθυσμό σε χρηματικές αξίες. Παράλληλα να αποδεχτούν ότι θα πληρώνουν και ποσά που δεν αφορούν απλά την συντήρηση της κάθε έτος λειτουργίας της, αλλά και ποσά για το Licensing και τον εκσυγχρονισμό της. Το περιβάλλον είναι τόσο ανταγωνιστικό επιχειρηματικά, όπου η πολεμική βιομηχανία και δη μια κρατική πολεμική βιομηχανία, είναι αδύνατον να κρατηθεί κερδοφόρα.

Έχει παρατηρηθεί ότι λόγω της μείωσης της προσφοράς όπλων, για όλους τους λόγους που προαναφέραμε αλλά και της ζήτησης, σταδιακά αρχίζουν να μειώνονται οι Οικονομίες κλίμακος της Βιομηχανίας αυτής με αποτέλεσμα τα κόστη των όπλων χρονιά την χρονιά να αυξάνουν ακόμα και για την χώρα που τα παράγει. Έχει παρατηρηθεί ότι τα κόστη της Αμερικανικής Πολεμικής Βιομηχανίας κάθε χρόνο ανεβαίνουν κατά 7% (σε σταθερές τιμές) και, εάν δεν έχουμε έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας, η διατήρηση της ισχύς πυρός από πλευράς υπερδυνάμεων θα γίνει εξαιρετικά κοστοβόρα. [3]. Δεν θα εισέρθω σε αναλύσεις αναφορικά με τις πληθωριστικές πιέσεις των κλάδων της οικονομίας αναφορικά με τον δείκτη της χώρας γενικότερα και το πώς αυτό επίσης επηρεάζει το Budget των πολεμικών βιομηχανιών γιατί θα περιπλεχθεί η ουσία που δεν αλλάζει.

Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την πραγματική αύξηση τιμών σε ορισμένα προϊόντα της πολεμικής βιομηχανίας μέσα σε έναν χρόνο με την χρήση αποπληθωριστή για την πολεμική βιομηχανία του Ην. Βασιλείου.




[4, σελ. 17]

Τα παραπάνω κόστη αποτελούν μόνο τα κόστη απόκτησης των εν λόγω οπλικών συστημάτων. Υπάρχουν και άλλα κόστη από την στιγμή που αυτά αποκτούνται που ανέρχονται μέχρι και το 50% του κόστους αρχικής απόκτησης (πχ Eurofighter Typhoon), αλλά αυτό δεν θα αναλυθεί εδώ γιατί δεν αφορά την εγχώρια ή εισαγωγική βιομηχανία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι απαιτείται μια συνεχής δαπάνη για R&D (έρευνα και ανάπτυξη) όχι μόνο για νέα συστήματα αλλά και για τα παλιά που είναι αμφίβολο κατά πόσο μια χώρα την συμφέρει να τα παράγει καθώς απαιτούν πωλήσεις σε ευρύτερα πλαίσια εκτός χώρας για να «βγάλει τα σπασμένα». [4].

Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται το κόστος της έρευνας και ανάπτυξης συγκριτικά με το ανά μονάδα κόστος παραγωγής όπου φαίνεται καθαρά τα ποσά που απαιτούνται για έρευνα σε αυτό το επίπεδο:



[4, σελ.18]

Σύμφωνα με τις έρευνες, τα κόστη έχουν δημιουργηθεί ακριβώς από την απόφαση των χωρών για διατήρηση πολεμικής βιομηχανίας:
  • Η διατήρηση ανεκμετάλλευτης παραγωγικής δυναμικότητας για χρήση σε περίπτωση ανάγκης.
  • Η προμήθεια από συγκεκριμένους παραγωγούς (τους εγχώριους) άρα η μείωση του ανταγωνισμού για αναζήτηση καλύτερων τιμών.
  • Η γραφειοκρατία που μια τόσο μεγάλη δαπάνη σχετίζεται. Η μάχη με την διαφθορά σε αυτό το επίπεδο έχει κόστη.
  • Η χαμηλής εντάσεως εργασίας λειτουργία των επιχειρήσεων.
[3].

Φυσικά υπάρχουν λύσεις, δηλαδή η εφαρμογή των μεθόδων της ιδιωτικής οικονομίας. Κάτι που όμως φοβίζει πολίτες και Στρατηγούς καθώς θεωρούν ότι αυτό θα σημάνει και πτώση ποιότητος του οπλισμού που οι επιχειρήσεις παράγουν, ή αλλοίωση των διαδικασιών προμηθειών. [3]. Για παράδειγμα το μεγάλο κόστος του M1A5 Abrams, είναι η ασφάλεια προσωπικού. Η σκέψη και μόνο ότι το κράτος πληρώνει ένα άρμα ως το ποιο ασφαλές, ενώ «δεν θα είναι» (πραγματικά ή υποθετικά), αφαιρεί και ένα μεγάλο μέρος της ωφέλειας του άρματος αυτού.

Οι ΗΠΑ έχουν προσπαθήσει κατά το παρελθόν να μειώσουν τα κόστη μέσω του ανταγωνισμού με αρκετή επιτυχία. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση έδωσε τα δικαιώματα κατασκευής του ίδιου όπλου σε δύο επιχειρήσεις και αυτές μείωσαν τα κόστη τους κατά 25% (πχ περίπτωση Hellfire Missle). [3]. Αυτό όμως προαπαιτεί την ύπαρξη περισσότερων των μια επιχειρήσεων παραγωγής.

Κάνοντας το αντίστοιχο σε περιπτώσεις ανταγωνισμού για τον σχεδιασμό συστημάτων και την παραγωγή, και ανοίγοντας το παιχνίδι στον εγχώριο (πάντα) ανταγωνισμό, οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει μέσω του διαγωνισμού να μειώσουν τα κόστη κατά 50% - 70% (πχ Multiple Launch Rocket System (MLRS)  και Air Launched Cruise Missiles). [3].

Η ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΟΤΗΤΑ (Combined Forces).

Ειδικότερα σε ότι αφορά τις μεγάλες χώρες έχει τεθεί πολλές φορές ένα ζήτημα που αφορά και την χώρα μας τα τελευταία 20 χρόνια, το ζήτημα της διακλαδικότητας. Επειδή οι πόροι είναι περιορισμένοι για μια Οικονομία και ειδικότερα αρκετά περιορισμένοι σε ότι αφορά τις αμυντικές δαπάνες, αλλά τα προβλήματα ασφαλείας είναι απεριόριστα, οι όποιοι πόροι δαπανούνται γίνεται προσπάθεια να συντελούν σε αποτέλεσμα «πολλών ρόλων» (Multi-role Forces). Οι μεγάλες χώρες είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τον διαχωρισμό μεταξύ συμβατικών και πυρηνικών όπλων, ωστόσο σε ότι αφορά τα συμβατικά προσπαθούν να «παντρέψουν» τα 3 όπλα (Στρατό Ξηράς, Αεροπορίας και Ναυτικό) προκειμένου να επιτύχει και ο Στρατός καλύτερα αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση με μικρότερο κόστος. [4].

Ο χειρισμός της διακλαδικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων σε ότι αφορά την πολεμική βιομηχανία της χώρας αλλά και τις ενδεχόμενες εισαγωγές, είναι πάρα πολύ σημαντικός στην επίτευξη οικονομιών διατηρώντας την αποτελεσματικότητα. [4, σελ.19]. Το παραπάνω όμως είναι ένα ζήτημα που δύσκολα μπορεί να το κρίνει κάποιος που δεν γνωρίζει καλά το αντικείμενο (κάποιος δηλαδή εκτός στρατεύματος). Για παράδειγμα υπάρχουν συστήματα αέρος (πχ Αεροσκάφη Παρακολούθησης) που μπορούν να αντικαταστήσουν άνδρες του Στρατού Ξηράς και του Λιμενικού. Ή πύραυλοι που μπορούν να υποκαταστήσουν υποβρύχια. Αυτά είναι λεπτομέρειες που ο Στρατός μπορεί να τις κρίνει. [4].

ΤΑ ΟΦΕΛΗ

Όπως προειπώθηκε, τα κόστη από την διατήρηση της πολεμικής βιομηχανίας για μια κοινωνία είναι μεγάλα. Η απόφαση για το αν θα πρέπει να έχει μια χώρα πολεμική βιομηχανία δική της ή όχι είναι μια πολύ σύνθετη απόφαση. Ενώ τα κόστη είναι μετρίσιμα και προφανή, δεν ισχύει το ίδιο για τα οφέλη. Τα οφέλη μείον (-) τα κόστη θα οδηγήσουν την απάντηση για το αν τελικά υπάρχει κάποιο κέρδος στην διατήρηση πολεμικής βιομηχανίας.

Έχει παρατηρηθεί ότι η Βιομηχανία αυτή, εκτός από τα άμεσα οφέλη, δηλαδή τα οικονομικά της έσοδα (που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μικρότερα από τις δαπάνες) έχει και μερικά έμμεσα οφέλη που η μέτρηση τους είναι λίγο περίπλοκη. Κατ’ αρχάς έχει παρατηρηθεί σε μεγάλες χώρες με τεχνολογική αιχμή, ότι περίπου το 1/3 των επιστημόνων τους (πχ στις ΗΠΑ) εργάζεται για τις πολεμικές βιομηχανίες. [3]. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην διαπίστωση ότι οι πολεμικές βιομηχανίες έχουν καταφέρει να βοηθήσουν τα μέγιστα, μέσω της ανάπτυξης τεχνολογίας, σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι δορυφόροι, η διαστημική έρευνα, και γενικότερα σε κάθε τομέα που η δαπάνη για έρευνα είναι ασύμφορη. [3].

Το προφανές (ειδικότερα στη περίπτωση των ΗΠΑ) είναι ότι η Στρατιωτική Ισχύς, αποτέλεσμα της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, έχει αποτελέσει μοχλό άσκησης γεωπολιτικής πίεσης σε κάθε γωνιά του κόσμου, με άμεσα οικονομικά αποτελέσματα για την χώρα (πχ ανοικοδόμηση του Ιράκ).

Σε βιβλία για τα «Οικονομικά του Πολέμου» αναφέρεται ότι το αίσθημα ασφαλείας που οι δαπάνες για Άμυνα δημιουργούν στους πολίτες ενός κράτους, επίσης δημιουργεί οικονομική ανταποδοτικότητα. Συγκεκριμένο παράδειγμα της εν λόγω άποψης αποτελεί το παράδειγμα του Ην.Βασιλείου, όπου η πρακτική Ένοπλών Δυνάμεων και η συμβολή τους «στην απελευθέρωση του κόσμου και τους εμπορίου» (δηλαδή της κυρίαρχης Ιδεολογίας των Βρετανών πολιτών) δημιουργεί έναν “feel-good factor” (δηλαδή παράγοντα ευθυμίας) στους Βρετανούς, που τους βοηθά να αυξάνουν το Διεθνές Εμπόριο τους, τις συναλλαγές και επενδύσεις και αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχών συναλλαγών, συμβάλλοντας τελικά στην ευημερία του Ην. Βασιλείου. [4, σελ. 11].

Άρα υπάρχουν και οικονομικά οφέλη για το κράτος που δεν φαίνονται καθαρά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών για την πολεμική βιομηχανία, και επομένως δεν μπορούν να μετρηθούν εύκολα, αλλά βρίσκονται εκεί και είναι έμμεσα. Φυσικά αυτό προϋποθέτει την άσκηση βίας και επιβολής της χώρας που έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτό τον τομέα και να αποδεχτεί τα υψηλά του κόστη.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ

Αφού η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, και οι πολεμικές της βιομηχανίες αξίζουν αντίστοιχα, δεν μπορεί να εξαγοράσει άλλες βιομηχανίες στο Εξωτερικό.

Παράλληλα η Ελλάδα δεν έχει τους απαραίτητους φυσικούς πόρους, στις ποσότητες που απαιτούνται προκειμένου να αναπτύξει προϊόντα πολεμικά με χαμηλό κόστος (δηλαδή να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακος), αλλά και ούτε την τεχνολογία που απαιτείται για να καταφέρει να ξεκινήσει παραγωγή.

Αναφορικά με τις Κοινοπραξίες, η Ελλάδα είχε κάποια συνέργεια σημαντική στο παρελθόν (ΕΑΒ). Περισσότερο όμως είχε δοθεί στην Ελλάδα η εν λόγω συμμετοχή παρά είχε κερδηθεί. Οι αναλογίες Διεθνώς δεν είναι ίδιες σήμερα. Ο κίνδυνος εξ ανατολάς δεν υπάρχει για τις ΗΠΑ στην δική μας χώρα. Άρα το να κερδίσει η χώρα μια τέτοια θέση σε μια κοινοπραξία τέτοιου βεληνεκούς είναι αντικειμενικά πάρα πολύ δύσκολο.

Κατά τα άλλα η συναρμολόγηση απλά μειώνει το κόστος αγοράς του προϊόντος χωρίς απαραίτητα να αυξάνει το όφελος. Μπορεί μάλιστα και να το μειώνει. Δηλαδή μπορεί να μας συνέφερε περισσότερο να αγοράσουμε το πλήρες πακέτο από το εξωτερικό συναρμολογημένο και έτοιμο από ότι να το αγοράσουμε ως κομμάτια να πληρώνουμε την βιομηχανία μας στο διηνεκές τα κόστη της για να συναρμολογεί απλώς.  Αυτό απαιτεί χρηματοοικονομική ανάλυση πολύ υψηλού επιπέδου που μόνο εταιρίες Διεθνούς κύρους μπορούν να κάνουν κατόπιν πληρωμής φυσικά.

Το κόστος εργασίας στην χώρα μας άλλωστε είναι πολύ μεγάλο αναφορικά με τις παραγωγικές δυνατότητες της και το ίδιο ισχύει και για αυτό τον κλάδο. Άρα κάθε χώρα μπορεί να βρει τα ίδια ακριβώς πράγματα στην αγορά φθηνότερα από κάποιον άλλον. Τεχνολογία αιχμής δεν έχουμε και δεν είχαμε ποτέ. Ακόμα και αν αποφασίσουμε σαν Έθνος να επενδύσουμε στην τεχνολογία απαιτούνται δεκαετίες επένδυσης με γενιές χαμένες για το υπόλοιπο της ζωής τους…

Ο μόνος τρόπος και λόγος που προσωπικά βλέπω σαν αιτία για να έχουμε δική μας πολεμική βιομηχανία και να δώσουμε έμφαση και σε αυτό, είναι μια επιθετική πολιτική στα Διεθνή θέματα. Μια προσπάθεια δηλαδή η Ελλάδα να αποκτήσει την ισχύ μιας περιφερειακής υπερδύναμης με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτό φυσικά δεν γίνεται ως δια μαγείας για τον απλό πολίτη. Θα σημάνει πολλά κόστη. Θα σημάνει μείωση του βιοτικού επιπέδου σε πολύ μεγάλο βαθμό και μια συνολική στόχευση της χώρας προς αυτή την κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα και θυσία πολιτικών αγαθών (Νοσοκομεία, Σχολεία, Δρόμων) υπέρ των πολεμικών. [4, σελ.12] Από την εποχή που το παιδί είναι μικρό μέχρι όταν γεράσει και από τον εργάτη μέχρι το μεγαλοστέλεχος της κάθε επιχείρησης. Δεν είναι καθόλου απλό όσο ακούγεται και ελαφρά την καρδία το αναφέρουν διάφοροι σε καφενειακού επιπέδου συζητήσεις.

Από τον παρακάτω πίνακα φαίνεται ότι παρά τα υψηλά ποσά που η χώρα μας δαπανά σε Άμυνα και Ασφάλεια, η συμμετοχή της Ελλάδος σε διαφόρου είδους επιχειρήσεις της ΕΕ ανά τον κόσμο ήταν σχεδόν μηδαμινή. Πράγμα που αποδεικνύει την κουλτούρα που προανέφερα.


[5, σελ.60]

Ενώ αναντίστοιχη με το παραπάνω ήταν η αύξηση δαπάνης που είχαμε για την Άμυνα σε σχέση με άλλες χώρες του ΝΑΤΟ (ακόμα και σαν ποσοστό του ΑΕΠ).



[5, σελ.56]

Το παραπάνω σκεπτικό βρίσκεται στην αναφορά  του Βρετανικού National Audit Office (December 2009), όπου γίνεται ένας υπολογισμός σε ποσά των ωφελειών που θα αποσπάσει το Ην. Βασίλειο από το 10ετές πρόγραμμα Άμυνα και Ασφάλειας ύψους 36 δις στερλινών και κρίνουν πως πλέον το πρόγραμμα αυτό είναι ασύμφορο. Έχει τεθεί το ερώτημα αναφορικά με τη διαμόρφωση του και τον ρόλο του Ην. Βασιλείου στο Διεθνές στερέωμα και με αυτό το πρίσμα γίνεται προσέγγιση του ζητήματος. Τα Οικονομικά είναι βοηθητικά των αποφάσεων και όχι το κύριο συστατικό, αλλά έχουν μετρήσει απόλυτα τα κόστη και τώρα καλούνται αν αποφασίσουν να θα τα σηκώσουν ως Έθνος ή όχι ανάλογα με τους σκοπούς και τις ωφέλειες. [7].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Προσωπικά δεν ξέρω τι είναι καλύτερο και τι χειρότερο. Δεν έχω ακόμα αποφασίσει. Πιστεύω όμως όταν σαν Έθνος αποφασίσουμε να αναπτύξουμε μια πολιτική διαφορετικού τύπου και είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε και τις συνέπειες αυτής της πολιτικής, αν αποκτήσουμε ένα τέτοιο Εθνικό Όραμα θα μπορέσουμε να έχουμε μια πολεμική βιομηχανία τουλάχιστον εφάμιλλη με αυτή της Τουρκίας. Μέχρι τότε όμως καλά έκαναν και έκλεισαν αυτό που είχαμε γιατί οι περισσότεροι από εμας δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν καμία θυσία για να τα κρατήσουν ανοικτά. Άρα η πολεμική βιομηχανία μας, συνειδητά ή ασυνείδητα δεν αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου για την χώρα μας που είχαμε σαν σύνολο στο μυαλό μας και αυτό δεν το λέω ως κακό ή υπόδειξη, αλλά ως πραγματικότητα.





Σινίκογλου Μιχάλης
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)

[1] “The Globalization of the Arms Industry: The Next Proliferation Challenge” Richard A. Bitzinger, International Security, Volume 19, Number 2, Fall 1994, pp. 170-198 (published by the MIT press).
[2] The first stage of privatisation of Russian military industry”, Antonio Sanchez‐Andres, Communist Economies & Economic Transformation, Vol. 7, No. 3, 1995.
[3] “Integrating Civilian and Military Industry”, JACQUES S.GANSLER, pages 68 – 73.
[4] “The Economics of Defence Policy: A New Perspective”, Keith Hartley, Routledge, 2011.
[5] “The Struggle for Value in European Defence”, Bastian Giegerich & Alexander Nicoll, Survival: Global Politics and Strategy, vol. 54 no. 1,  February–March 2012, pp. 53–82.
[7] The defence dilemma in Britain”, TIMOTHY EDMUNDS, International Affairs, Volume 86, Issue 2, pages 377–394, March 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου