Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΤΟ 1973
Η Χιλή τα έτη προ του 1970 προσπαθούσε - όπως και οι περισσότερες
χώρες - να διατηρήσει θετικά ισοζύγια εμπορίου, περιορίζοντας τις εισαγωγές. Το
1970 με την άνοδο του σοσιαλιστή Salvador Allende στην
εξουσία έγινε μια προσπάθεια από τον ίδιο να περιορίσει την οικονομική
ελευθερία με κάθε μέσο που το κράτος διέθετε.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Το 1970 η Χιλή είχε προεδρικές εκλογές κυρίως μεταξύ του Σοσιαλιστή Slavador Allende, ηγούμενου ενός
αριστερού συνασπισμού, και του Δεξιού Εθνικού Κόμματος του Jorge Alessandri
Rodríguez. ο Allende κέρδισε με μικρή διαφορά 36,6% έναντι 35,3% του αντιπάλου
του, ενώ τρίτος ήρθε ο Δεξιός Χριστιανοδημοκράτης Radomiro Tomic Romero με
28,1%. Επειδή κανείς δεν είχε συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία, το Σύνταγμα της
Χιλής όριζε ότι ήταν ευθύνη του Εθνικού Κογκρέσου να ορίσει ποιος θα γίνει
πρόεδρος. Το Εθνικό Κογκρέσο αποτελούμενο από την Κάτω Βουλή και την Γερουσία
αποτελούνταν από μέλη που εκλέγοντο με καθολική ψηφοφορία απευθείας από τον λαό
μέσω των πολιτικών συνασπισμών της χώρας.
Υπήρχε έντονη καχυποψία από όλες τις πλευρές. Σημειοτέον ότι η
περίοδος ήταν στο μεσουράνημα του Ψυχρού Πολέμου. Οι Δεξιοί επικαλούνται βάσει
στοιχείων ότι ο Allende χρηματοδοτήθηκε από την ΕΣΣΔ, ενώ οι Αριστεροί ότι η CIA έκανε
ενέργειες στην χώρα για να επηρεάσει τις αποφάσεις του Κογκρέσου εναντίον του Allende επίσης
με στοιχεία. Πρόεδρος της χώρας μέχρι τότε ήταν ο Eduardo Nicanor Frei Montalva
αλλά επειδή είχε διατελέσει Πρόεδρος ήδη δύο θητείες δεν μπορούσε να είναι και
τρίτη ώστε να λυθεί το αδιέξοδο. Οι
Δεξιοί επιθυμούσαν το Κογκρέσο να ορίσει πρόεδρο τον Alessandri και
δεσμεύονταν ότι θα αποχωρούσε σε ένα μικρό διάστημα, ώστε να αναλάβει μετά από
την παραίτηση του και πάλι ο Frei που προέρχονταν από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Το
Κογκρέσο προτίμησε να κάνει Πρόεδρο τον Allende καθώς ο ίδιος δεσμεύτηκε ότι θα σέβονταν το Σύνταγμα στο
ακέραιο, παρότι το πρόγραμμα του διακήρυττε συνταγματική εκτροπή αν αυτό
χρειαζόταν.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΡΙΝ το 1973
H Χιλιανή Οικονομία πάντα μαστίζονταν από έντονο πρόβλημα πληθωρισμού,
κάτι που είχε γίνει ένα εκ των βασικών κριτηρίων των εκλογέων που ζητούσαν μια
λύση στο πρόβλημα. Οι μοναδικές περίοδοι όπου ο πληθωρισμός άγγιζε το μηδέν
ήταν οι περίοδοι διακυβέρνησης από τον Δεξιό
Jorge Alessandri το 1960, από 33% που ήταν το 1958. [3, σελ. 18 - 19]. Ωστόσο
συνοδεύτηκε η πολιτική αυτή από τεράστια ελλείμματα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών
Συναλλαγών [3, σελ. 19](δηλαδή στην διαφορά μεταξύ χρημάτων - συναλλάγματος,
που έμπαινε και έβγαινε από την χώρα), οδηγώντας σε ανάγκη αύξησης της ανταγωνιστικότητας
της οικονομίας άμεσα. Το 1960 μεγάλοι
σεισμοί στην χώρα οδήγησαν την κυβέρνηση σε αύξηση δημοσίων δαπανών, οδηγώντας
με την σειρά τους σε ανάκαμψη του πληθωρισμού με αρνητικές συνέπειες στην
εκλογική δύναμη του Προέδρου Alessandri.
[3, σελ. 19].
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Αν η άνοδος των τιμών συνοδεύονταν από υψηλούς ρυθμούς οικονομικής
ανάπτυξης θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ο υψηλός πληθωρισμός, ωστόσο η Χιλιανή
Βιομηχανία ποτέ δεν κατάφερε να αναπτυχθεί ιδιαίτερα λόγω της μικρής εσωτερικής
αγοράς της Χιλής των 7.000.000 κατοίκων, εκ των οποίων μόνο το 1/3 είχε
πραγματική πρόσβαση στην αγορά. [3, σελ. 19].
Για να χρηματοδοτήσει μια μικρή χώρα την Βιομηχανική της ανάπτυξη
απαιτούνται οικονομικοί πόροι ξένου συναλλάγματος. Η βασική πηγή συναλλάγματος
για μια χώρα είναι οι εξαγωγές και βασικό εξαγώγιμο προϊόν της Χιλής σε ποσοστό
75% του συνόλου των εξαγωγών ήταν ο Χαλκός, τον οποίο ελέγχανε δύο εταιρίες
Αμερικανικών συμφερόντων. [3, σελ 19]. Η διακύμανση (το ανεβοκατέβασμα) των
τιμών του Χαλκού στις αγορές και η υψηλή εξάρτηση της Χιλής από τις εξαγωγές,
λόγω της μικρής εσωτερικής αγοράς, οδηγούσε σε μεγάλη συζήτηση εντός των
πολιτικών τειχών της χώρας για το αν θα έπρεπε οι επιχειρήσεις παραγωγής
Χαλκού, να είναι ιδιωτικές και δη στα χέρια δυνάμεων του Εξωτερικού.
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η Αγροτική Παραγωγή της Χιλής ήταν ο πραγματικά καθυστερημένος τομέας
της χώρας. Η γη ήταν συγκεντρωμένη στην παλαιά Αριστοκρατία. Τα ποσοστά είναι
χαρακτηριστικά. Το 7% των κατόχων γης έλεγχε το 65% της γης εκ των οποίων το
78% του συνόλου των αρδευόμενων εκτάσεων της χώρας. Τα μεγάλα αγροκτήματα αυτά
ονομάζονταν "fundos".
Παράλληλα η αμειβόμενη εργασία στην ύπαιθρο, στα fundos παρέμενε
χαμηλότερη του κατώτατου μισθού που είχε οριστεί στη χώρα. [3, σελ. 20].
Αντίστοιχα προβλήματα είχαν όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου η παλαιά
Αριστοκρατία επιδίωξε την ελευθερία των χωρών από τον Ισπανικό ζυγό μόνο και
μόνο για να κρατήσει η ίδια τα προνόμια της.
Παράλληλα η παραγωγικότητα ήταν πάρα πολύ χαμηλή. Ήδη από το 1960 είχε
εισαχθεί αγροτική παραγωγή από το εξωτερικό της τάξεως των $100 εκατ. απόδειξη
ότι η χώρα δεν μπορούσε να καλύψει ούτε τις ανάγκες της. [3,σελ.19]. Παρότι
επανειλημμένα διεθνείς οργανισμοί είχαν επισημάνει την οικονομική
αναποτελεσματικότητα
Ο ALLENDE ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
Η κυβέρνηση Allende άμεσα άρχισε τις κρατικοποιήσεις στην Αγροτική παραγωγή, την
βιομηχανία και τον χρηματοοικονομικό τομέα, κρατικοποιώντας υπάρχουσες
επιχειρήσεις. Για να καταφέρει να υποστηρίξει την πτώση της ανταγωνιστικότητας
της χώρας έναντι των ξένων επιχειρήσεων ακολούθησε μια πολιτική δασμών στα
εισαγόμενα προϊόντα και άλλα εμπόδια προς τις εισαγωγές.[1]. Πρόγραμμα κρατικοποιήσεων είχε και το Δεξιό
κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών με την διαφορά ότι η κρατικοποίηση θα ήταν μόνο
σε ποσοστό που το ποσό που θα επενδύονταν θα αύξανε την παραγωγή Χαλκού, ενώ
τις αποφάσεις για αύξηση ή μείωση της παραγωγής θα τις λάμβανε μια κρατική
υπηρεσία, όχι με βάση το κέρδος αλλά τις ανάγκες της Χιλιανής Οικονομίας.
Παράλληλα θα διατηρούνταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Αμερικανικών Εταιριών
στα ορυχεία. Η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών δεν επιθυμούσε να χάσει την
υποστήριξη και την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Χιλή. [3, σελ. 31 - 34].
Οι κρατικοποιήσεις του Allende
(με το πρόγραμμα του που τελικά επικράτησε) ήταν ριζικές και με διαφορετική
φιλοσοφία και άμεσα σταμάτησαν την Αμερικανική βοήθεια προς τη Χιλή. [1].
Μέχρι το 1970 η Corporación de Fomento de la Producción de Chile (CORFO) είχε συμμετοχές σε 46 επιχειρήσεις
του παραγωγικού τομέα, συνήθως ως μέρισμα για δάνεια που έδινε για να διασώσει
τις επιχειρήσεις αυτές. Η CORFO ήταν ένας Οργανισμός που ιδρύθηκε το 1939 για να παρεμβαίνει
στην οικονομία και εφαρμόζει την κρατική πολιτική. Μέχρι το 1973 η CORFO ήλεγχε
απόλυτα την ιδιοκτησία περισσότερων από 500 επιχειρήσεων, εκ των οποίων 259 με
βίαιη εξαγορά, ενώ 204 με εξαγορά, μαζί με 19 εμπορικές Τράπεζες. [4].
Όπως προαναφέρθηκε ο Αγροτικός Τομέας ήταν ένας τομέας της οικονομίας
που έχριζε μεταρρυθμίσεων και είχε μεταβληθεί σε έναν εκ των βασικών πυλώνων
πολιτικής αντιπαράθεσης. Πριν το 1970 η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών είχε
κάνει μια προσπάθεια μεταρρύθμισης, με εκτάσεις που δεν είχαν μέχρι τότε
εκμεταλλευτεί από κανέναν και παράλληλα δημιουργώντας Ενώσεις Αγροτών και με
την οικειοθελή συμμετοχή των Γαιοκτημόνων μέσω εξαγορών των εκτάσεων τους
προσπάθησε να αναμορφώσει την Αγροτική παραγωγή. [3]. O Allende έκανε σημαντικά βήματα προς το σπάσιμο της μεγάλης ιδιοκτησίας γης, που μέχρι τότε ελέγχοντο από τους μεγάλους γαιοκτήμονες και ο αναδασμός της αποτελούσε το μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της χώρας. Παρά τις όποιες αλλαγές από την προηγούμενη κυβέρνηση, οι αλλαγές ήταν μικρές. Με τον Allende πήραν μεγαλύτερες διαστάσεις. Ωστόσο τα κόστη ήταν μεγάλα για την Οικονομία και η αγροτική παραγωγή μειώθηκε. Το 1970 οι εργαζόμενοι
του Υπουργείου Αγροτικών ήταν περίπου 11.000. Με την έλευση του Allende το
1973 είχαν πολλαπλασιαστεί σε 27.000. [4].
Συνολικά οι Δημόσιοι Υπάλληλοι πριν το 1970 ήταν 280.000 και το 1974
ανέρχονταν σε 360.200. [4].
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ALLENDE
Όλα τα παραπάνω όμως έγιναν από κρατικό χρήμα με αποτέλεσμα το
δημοσιονομικό έλλειμμα από 2,7% το 1970 να εκτοξευτεί στο 25% περίπου το 1973.
[1]. Η κυβέρνηση αντί να καλύψει αυτό το έλλειμμα από Δημόσιο Δανεισμό,
προσπάθησε να το καλύψει μέσω Νομισματικών πολιτικών, δηλαδή με κοπή
νομίσματος. [1]. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του κυκλοφορούντος χρήματος να
μειώσει την αξία του νομίσματος. [2]. Η πολιτική αυτή όμως γρήγορα οδήγησε σε
κατακόρυφη άνοδο των τιμών των προϊόντων, παράλληλα με την μείωση του ελεύθερου
εμπορίου λόγω των δασμολογικών πολιτικών. [1]. Ο πληθωρισμός το 1972 έφτασε το
140%. [2]. Ο κρατιστής Allende τότε επέβαλλε ανώτατες τιμές στα περισσότερα προϊόντα σε μια
προσπάθεια να σταματήσει την άνοδο των τιμών. [1]. Λόγω των προηγούμενων
αποφάσεων τον Αύγουστο του 1973 τα Αποθεματικά Συναλλάγματος είχαν εξαντληθεί. [1].
Η Οικονομία φαινόταν να πηγαίνει προς το χειρότερο καθώς ενώ οι ρυθμοί
ανάπτυξης για την περίοδο 1961 - 1971 κυμαίνονταν κατά μέσο όρο στο 4,7%, το
1972 - 1973 ήταν -1,2% και -5,6% αντίστοιχα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα άγγιζε
το 1973 το 21,7% ενώ ο πληθωρισμός άγγιζε το 500% την ίδια περίοδο [5] και στο
τέλος του έτους άγγιζε το 1000%. [7].
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ALLENDE
Τα προβλήματα στην Οικονομία επιδείνωσαν τις σχέσεις του Allende με
το Κογκρέσο και τον πληθυσμό. Στις 15 Απριλίου 1973 μια απεργία στα ορυχεία που
ζητούσαν αυξήσεις μισθών στα επίπεδα του πληθωρισμού καθήλωσε την παραγωγή του
συγκεκριμένου τομέα για 76 ημέρες που κράτησε. Ένας απεργός πυροβολήθηκε από την
κυβέρνηση Allende (ο Luis Bravo Morales) και πέθανε προκαλώντας
ακόμα μεγαλύτερη οργή. Στις 29 Ιουνίου ένα Σύνταγμα του Στρατού προσπάθησε να
κάνει πραξικόπημα, ωστόσο η στάση καταπνίγηκε από τους Στρατηγούς Augusto Pinochet και
Carlos
Pratts. Ακολούθησε
απεργία 37 ημερών από τους οδηγούς φορτηγών που επίσης ζητούσαν αυξήσεις μισθών
στα επίπεδα του πληθωρισμού, ενώ διαμαρτύρονταν για την έλλειψη βασικών αγαθών
στην αγορά (λόγω των πιέσεων των ανώτατων τιμών που είχε επιβάλλει η
κυβέρνηση). Μια μεγάλη διαδήλωση στην Κεντρική Πλατεία του Σαντιάγκο διαλύθηκε
από την Αστυνομία και τον Στρατό, ενώ ο Allende διέταξε το κλείσιμο της
εφημερίδας El Mercurio
και συνελήφθη ο εκδότης της.
Στις 26 Μαΐου, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής ομόφωνα καταδίκασε τον Allende Ο
Allende είχε στενές επαφές με τον
Fidel Castro ο οποίος του πρότεινε να στείλει τεχνητή βοήθεια εκεί και να
αγοράζει ποσότητες Χαλκού έναντι δολαρίου μέχρι η Χιλή να βγει από το πρόβλημα.
Παράλληλα συμβούλεψε τον Allende να φτιάξει δικές του
παραστρατιωτικές οργανώσεις, μια εκ των οποίων ήταν ήδη υπαρκτή και αποτελούσε
την σωματοφυλακή του. Οι αντισυνταγματικές ενέργειες του Allende και ο
φόβος ανατροπής του Συντάγματος καθώς και η κρίσιμη οικονομική συγκυρία,
οδήγησαν σε συνασπισμό τις δυνάμεις της Δεξιάς, οι οποίες ζητήσανε από τον Allende να
αποχωρήσει από την εξουσία καθώς παραβίαζε την συνταγματική νομιμότητα. Οι
ψήφοι στη Βουλή των αντιπροσώπων ήταν 81 κατά του Allende έναντι
47 υπέρ του. Επειδή δεν είχαν συγκεντρωθεί τα 2/3 που απαιτούντο από το
Σύνταγμα ο Allende δεν ανατράπηκε, ωστόσο η διαφορά ήταν τεράστια και το
ψήφισμα αποτέλεσε λάκτισμα για την αντιπολίτευση που ζήτησε την επέμβαση του
Στρατού, ο οποίος μετά από αυτή την διαφορά ανταποκρίθηκε. Ο Augusto Pinochet ανέτρεψε
τον Allende ο οποίος πέθανε την ημέρα του Πραξικοπήματος μαχόμενος στο
Προεδρικό Μέγαρο με τον Στρατό.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Pinochet τοποθετήθηκε στην θέση του
Αρχηγού του Στρατού από τον ίδιο τον Allende όταν ο προηγούμενος Αρχηγός που
επίσης είχε τοποθετηθεί από τον ίδιο παραιτήθηκε λόγω σκανδάλου. Ο Carlos Prats παραιτήθηκε από την ηγεσία του
Στρατού. Μια μέρα ο Prats έχασε την ψυχραιμία του καθώς οι επιβαίνοντες σε ένα
αυτοκίνητο δίπλα στο δικό του τον ειρωνεύονταν και έβγαλε το πιστόλι πυροβολώντας
την οδηγό που όπως αποδείχθηκε ήταν η γυναίκα ενός μεγαλοεπιχειρηματία της
χώρας. Το γεγονός που έγινε κατά μεσής του Σαντιάγκο και υπό τα βλέμματα
εκατοντάδων πολιτών προκάλεσε τέτοια ντροπή στον Partts και
απώλεια υποστήριξης του Στρατού που τον θεώρησε αντεπαγγελματία που παραιτήθηκε
σε όφελος του Pinochet.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ PINOCHET
Μέχρι το 1975 όπου δεν είχαν συντελεστεί αλλαγές στο οικονομικό
σύστημα της Χιλής, οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν στο -12,9%.[4]. Ήταν εμφανές ότι το μοντέλο έπρεπε να
αλλάξει.
Η Δικτατορική κυβέρνηση ακολούθησε ένα πλήρες πρόγραμμα απελευθέρωσης
της οικονομίας στις δυνάμεις της αγοράς, από το 1974 και ύστερα. Κατήργησε τις
ανώτατες τιμές που είχαν οριστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση. Κατήργησε τις
επιδοτήσεις εξαγωγών παράλληλα με μείωση των δασμών και των συναλλαγματικών
περιορισμών. Μείωσε την δύναμη των συνδικάτων σε όφελος των επενδυτών και
απορρύθμισε την εργασιακή νομοθεσία προς όφελος του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Παράλληλα με Μονεταριστικές Πολιτικές (πολιτικές που έχουν να κάνουν κυρίως με
την κυκλοφορία νομίσματος) προσπάθησε να μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Ορίστηκε συνολικά ένας ενιαίος φόρος στις εισαγωγές 10%, με εξαίρεση τα βαριά
αυτοκίνητα. Τέλος από τις 500 κρατικές επιχειρήσεις το 1973, το 1978 ήλεγχε το
κράτος μόλις 19. [4].
Σε γενικές γραμμές στόχος της πολιτικής του ήταν να αποδεσμεύσει την
οικονομία από τον κρατικό έλεγχο, να διατηρήσει με μονεταριστικές πολιτικές και
αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία χαμηλά τα ελλείμματα και να απορρυθμίσει τις
τιμές για να βρει η οικονομία τις ισορροπίες της, παράλληλα με το άνοιγμα της
αγοράς στο Διεθνές Εμπόριο. [4]. Η Ανάπτυξη για την περίοδο 1976 - 1981 κατά μέσο
όρο κυμαίνονταν στο 7,2%. [4]. Το δημοσιονομικό έλλειμμα που όπως προειπώθηκε
το 1973 βρισκόταν στο 21,7%, έγινε πολύ γρήγορα πλεόνασμα. Ο πληθωρισμός που
ανέρχονταν σε 140% του ΑΕΠ το 1972, το 1980 είχε πέσει στο 30%. [4]. Η ανεργία
αρχικά ανέβηκε στο 16% αλλά μετά το 1975 κατέβαινε κατ' έτος, με αύξηση του
τελικού προϊόντος της τάξης του 9% κάποιες χρονιές. [7]. Η Μονεταριστική
πολιτική της πρώτης περιόδου ήταν να κρατά τα επιτόκια η κυβέρνηση μέσω της
Κεντρικής Τράπεζας σε επίπεδα όπου η ανατίμηση του νομίσματος (ή η υποτίμηση
αντίστοιχα) να βρίσκεται ανάμεσα στον πληθωρισμό που προκαλείται από το
εξωτερικό και το από τον πληθωρισμό του εσωτερικού. [8]. Μετά το 1979 η
κυβέρνηση συνέδεσε το πέσο με το δολάριο. [8].
Το κόστος των πολιτικών της κυβέρνησης εκείνης της περιόδου ήταν ότι
δεν υπήρχε εμπορικό πλεόνασμα, παρά μόνο το 1976. Εμπορικό πλεόνασμα/έλλειμμα
προκύπτει από την διαφορά σε χρήμα μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών εμπορικών
προϊόντων. Κάθε έτος υπήρχε έλλειμμα εμπορικό αλλά παρά το έλλειμμα, τα
συναλλαγματικά αποθέματα αυξανόταν λόγω των υψηλών εισροών συναλλάγματος για
επενδύσεις. Δυστυχώς για την χώρα τα εμπορικά ελλείμματα (διαφορά μεταξύ
εισαγωγών εξαγωγών) αυξανόταν κατά την περίοδο 1977 - 1981. [4]. Λόγω της
ισοτιμίας δολαρίου και πέσο, τα εξαγώγιμα προϊόντα έγιναν πιο ακριβά για τις
άλλες χώρες, ενώ τα εισαγόμενα προϊόντα φθηνότερα. Η ανταγωνιστικότητα της
οικονομίας δεν ήταν τόσο υψηλή και ικανή να αντέξει αυτή την πίεση με
αποτέλεσμα το κενό να το καλύπτουν τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας που
έρρεαν όμως με την μορφή βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων/επενδύσεων, που όμως ήταν
αναμενόμενο ότι στην πρώτη δυσκολία θα αποσύρροντο από τους λογαριασμούς, όπερ
και εγένετο.
ΟΙ ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Άλλη μια αιτία της οικονομικής κατάπτωσης της χώρας ήταν ο τρόπος που
έγιναν οι αποκρατικοποιήσεις στην χώρα. Είχα αναφερθεί παλαιότερα στον τρόπο με
τον οποίο ενδείκνυται μια χώρα να προχωρά σε αποκρατικοποιήσεις καθώς και στα
οφέλη που εξασφαλίζουν στην οικονομία, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της
κυβέρνησης Θάτσερ στην Μ. Βρετανία. [βλ. 10]
Στη Χιλή δεν ακολουθήθηκε ο σωστός τρόπος και φιλοσοφία
αποκρατικοποιήσεων. Πολλοί θεωρούν ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα των
απολυταρχικών κυβερνήσεων, όπου στην πραγματικότητα μέσω των αποκρατικοποιήσεων
δεν εκδημοκρατίζουν την οικονομία αλλά την παρασέρνουν σε ένα επίσης κλειστό
και ιδιωτικό πλέον μονοπώλιο φίλων του καθεστώτος. Οι αποτυχίες κρατικοποιήσεων
της περιόδου Allende συνοδεύτηκαν από παρόμοιες αποτυχίες της περιόδου
Pinochet. Από εκεί που το κράτος
αποτύγχανε να δημιουργήσει κίνητρα για παραγωγή στους εργαζομένους, 20 μεγάλοι
όμιλοι εταιριών κατέληξαν να μονοπωλούν την οικονομία της Χιλής καταποντίζοντας
τους στόχους της κυβέρνησης. Οι αποκρατικοποιήσεις δεν έδιναν έσοδα γιατί
γινόταν σε χαμηλές τιμές, παράλληλα οι Οικονομικές συνθήκες ήταν τέτοιες που
δεν ευνοούσαν τον ανταγωνισμό ώστε να ανοίξει μετά από μια αποκρατικοποίηση η
αγορά και η κυβέρνηση δεν υιοθέτησε κανένα σχέδιο για αυτό το σκοπό, δηλαδή το
άνοιγμα (εκδημοκρατισμό) της αγοράς. Για παράδειγμα οι λίγες Τράπεζες που έλεγχαν
την οικονομία, ήταν οι μόνες που είχαν πρόσβαση σε διεθνείς αγορές κεφαλαίου
και χρησιμοποίησαν αυτή την δύναμη για να ελέγξουν και να εξασφαλίσουν τις δικές
τους επενδύσεις. Μέχρι το 1978 μόλις δύο όμιλοι επιχειρήσεων έφτασαν να
ελέγχουν το 50% των επιχειρήσεων που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο της
Χιλής. Ενώ το 1969 η Οικονομία ήταν επίσης αρκετά συγκεντρωμένη στα χέρια
λίγων, όπου 6 όμιλοι ελέγχανε το 46% περίπου των 100 μεγαλύτερων επιχειρήσεων
της χώρας, το 1978 είχαν φτάσει αυτοί οι 6 να ελέγχουν το 60%.[4].
Η συγκέντρωση στα χέρια λίγων ομίλων (Grupos) των υπαρχόντων Τραπεζών, τους
έδωσαν πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό, επομένως επιτύγχαναν θετικά αποτελέσματα
σχετικά εύκολα χωρίς την ανάπτυξη του ανταγωνιστικού τους πλεονεκτήματος [4] με
αποτέλεσμα να συνεχίζει η Οικονομία να έχει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, πράγμα
που φαινόταν και στο εμπορικό έλλειμμα που προαναφέρθηκε.
ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
Ο Αγροτικός Τομέας είχε ήδη
διαταραχθεί έντονα από τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Allende η οποία παρότι συνέχισε την
αναδιανομή γης που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών,
διατάραξε την ισορροπία μεταξύ των προηγούμενων γαιοκτημόνων και απλών
καλλιεργητών - εργατών, και απέτυχε να αυξήσει την παραγωγή. Η παραγωγή είχε
πέσει κατακόρυφα και η αναδιανομή γης είχε αποτύχει παταγωδώς να αποδώσει
αποτελέσματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο Allende η χώρα
έκανε τεράστιες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων. Η κυβέρνηση Πινοσέτ προσπάθησε
να ενοποιήσει ξανά την γη και να την συγκεντρώσει στα χέρια των γαιοκτημόνων
ακυρώνοντας πολλές από τις απαλλοτριώσεις της κυβέρνησης Allende ως
παράνομες.
Μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης ήταν ότι οι καλλιεργητές που ήταν πρώην
εργάτες στα χωράφια των ιδιοκτητών τους, παρέμεναν ανεκπαίδευτοι στην
αποτελεσματική καλλιέργεια και οικονομική εκμετάλλευση των εκτάσεων τους. Τα
δικαιώματα για την παροχή τεχνογνωσίας για τα μεγάλα αγροκτήματα δόθηκαν σε μια
ιδιωτική επιχείρηση (CODESSER).
Ενώ για τις μικρότερες ιδιοκτησίες, η ευθύνη για την παροχή τεχνογνωσίας δόθηκε
σε ένα Κρατικό Ινστιτούτο (INDAP)
όπου αντλούσε φθηνό δανεισμό από την Κεντρική Τράπεζα με πραγματικό επιτόκιο
8,5% και έδινε δάνεια στους αγρότες για αγορά εξοπλισμού και μέσων καλλιέργειας
με spread 3,5% (δηλαδή
με επιτόκιο 12%). Με αυτή την διαφορά χρηματοδοτούσε συμβούλους που παρείχαν
εκπαίδευση στους μικροκαλλιεργητές ως προαπαιτούμενο για την λήψη των δανείων.
[4]. Η αποκρατικοποίηση των κρατικών Τραπεζών αύξησε τα δάνεια προς τ ους
αγρότες. Από εκεί που οι ιδιωτικές τράπεζες δάνειζαν μόλις το 14% των συνολικών
αγροτικών δανείων, πλέον δάνειζαν το 77% των αγροτικών δανείων. [4]. Ωστόσο
λόγω των υψηλών επιτοκίων και των μικρών περιόδων αποπληρωμής, οι αγρότες
υπερδανείστηκαν με αποτέλεσμα την σταδιακή διάλυση της μικρής ιδιοκτησίας και
την όλο και εντονότερη συγκέντρωση γης σε λίγους αγρότες που παρέμεναν
ανταγωνιστικοί. Τα αγροτικά χρέη ήταν ένα πρόβλημα που βασάνιζε έκτοτε την Χιλή
για πολλά χρόνια. [4].
Αναφορικά με τα δάση, εκεί ακολουθήθηκε μια πολιτική αποκρατικοποίησης
δασικών εκτάσεων για εμπορική εκμετάλλευση, με οικειοθελή κίνητρα για
αναδάσωση, που όμως λίγοι επιχειρηματίες εκμεταλλεύτηκαν. Μεγάλες δασικές εκτάσεις
αποψιλώθηκαν, με τις εξαγωγές ξύλου να αυξάνονται από $37 εκατομμύρια το 1971
σε $583 εκατομμύρια 1980, αποτελώντας το 1/3 των συνολικών αγροτικών εξαγωγών
της περιόδου εκείνης. [4].
Επομένως παρά τις αρνητικές επιπτώσεις στα δάση και την συγκέντρωση
γης σε λίγους, φαίνεται πως την περίοδο εκείνη η αγροτική παραγωγή ανέκαμψε και
άρχισε να συνεισφέρει και πάλι στο εθνικό εισόδημα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1982 - 1984
Σταδιακά οι οικονομικοί δείκτες από το 1981 και μετά άρχισε να
επιδεινώνονται και πάλι με την Χιλή να γνωρίζει μια από τις μεγαλύτερες
οικονομικές κρίσεις. Το 1982 το ΑΕΠ υποχωρούσε κατά 14,3%.
Ο βασικός από τους λόγους αυτής της πτώσης ήταν η ανυπομονησία της
κυβέρνησης των Στρατιωτικών για ισοπέδωση του πληθωρισμού. Οι Στρατιωτικές
κυβερνήσεις της χώρας μετά το 1980 έδεσαν την αξία του πέσο με αυτή του δολαρίου,
όπου 39 πέσο θα ισοσταθμούσαν με ένα δολάριο. Η κυβέρνηση θεωρούσε ότι έτσι θα
μειώσει τον πληθωρισμό μέσω της πίστης στο νόμισμα και την αξία του. Παράλληλα
η κυβέρνηση, όπως προαναφέρθηκε έβλεπε να εισρέει πολύ χρήμα από το εξωτερικό
σαν "επένδυση", στην πραγματικότητα όμως ήταν καταθέσεις που δεν
γινόταν άμεσες επενδύσεις αλλά κατατίθενται σε Τράπεζες της χώρας. Επομένως με
την παραμικρή αναταραχή ήταν πιθανό να αποχωρήσουν από την χώρα, ισοπεδώνοντας
την οικονομία. Έτσι με το "δέσιμο" των νομισμάτων πίστευαν ότι θα
εξασφαλίζανε το συνάλλαγμα από αυτό τον κίνδυνο. [4]. Αυτός ο δεσμός του
δολαρίου με το πέσο, χωρίς όμως να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της παραγωγής της
Χιλής και των ΗΠΑ, οδήγησε σε μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της
χώρας και σε μεγάλα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο κάτι που επιδείνωσε τον
δανεισμό σε συνάλλαγμα, και μείωσε την εξαγωγική δύναμη των επιχειρήσεων
αποδυναμώνοντας τες. [7][8]. Η αποδυνάμωση τους και παράλληλα η ενίσχυση της
αξίας του δανεισμού τους έφερε γρήγορα στην πρώτη δυσμενή συγκυρία αδυναμία
αποπληρωμών των δανείων τους (που στην πραγματικότητα ήταν ήδη επισφαλή). [7].
Η Κρίση Χρέους που ξέσπασε το 1982 επηρέασε αρνητικά όλες τις Νοτιοαμερικανικές
χώρες μαζί με την Χιλή. Στην περίοδο της κρίσης εκείνης η ανεργία εκτοξεύτηκε
στο 30%. [7][8].
Άλλοι λόγοι που επίσης συνέβαλλαν στην οικονομική κρίση του 1982, η
πτώση των τιμών του Χαλκού κατά 39%, που όπως προειπώθηκε ήταν το βασικό
εξαγώγιμο προϊόν της Χιλής. [8][9].Κάτι που επιδείνωσε περαιτέρω τα Ισοζύγια
Τρεχουσών Συναλλαγών της, πέρα από το ότι οι βραχυπρόθεσμες συναλλαγματικές
τοποθετήσεις αποχωρούσαν από την χώρα λόγω της Χρηματοοικονομικής Κρίσης που
προκλήθηκε Διεθνώς. [8].
Μια θεωρία λέει ότι η οικονομική αποτυχία που ήρθε το 1980 - 1983 ήταν
αποτέλεσμα αποτυχημένων οικονομικών πολιτικών των προηγούμενων ετών, που όμως
έγιναν πολύ γρήγορα, όλες μαζί χωρίς η οικονομία να προλάβει να προετοιμαστεί.
Την προσωπική μου αντίληψη σε αυτό το επιχείρημα την παραθέτω στο τέλος.
Παράλληλα παρά τις πολύ καλές
αρχικές προδιαγραφές, η αδυναμία των απολυταρχικών καθεστώτων να έχουν συνέχεια
σε μια επιτυχημένη οικονομική πολιτική φάνηκε και σε αυτή την περίπτωση. Ενώ
στην αρχή το καθεστώς προκάλεσε μια σιγουριά για το κράτος και τους θεσμούς στους
εξωτερικούς επενδυτές και μια ανανεωτική διάθεση στον πληθυσμό, το καθεστώς -
όπως και κάθε καθεστώς - ενίσχυσε την συγκέντρωση οικονομικής εξουσίας σε
λίγους χωρίς να ανοίξουν το οικονομικό παιχνίδι. Άλλωστε οι κλειστοί πολιτικοί
θεσμοί έχουν σαν αποτέλεσμα τους κλειστούς οικονομικούς θεσμούς.
Η οικονομική αποτυχία επιχειρήσεων και κυρίως των Τραπεζών έκανε
γρήγορα την κυβέρνηση να προσπαθήσει να τις κρατικοποιήσει με εξωτερικό
δανεισμό. Ο εξωτερικός δανεισμός της Χιλής έφτασε σε $17 δις, που αποτελούσε το
80% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Ιδιαίτερο πρόβλημα στη κυβέρνηση
προκάλεσαν οι 19 Τράπεζες όπου τα δάνεια που έδιναν στις επιχειρήσεις που
ανήκανε στον ίδιο όμιλο αποδείχθηκαν επισφαλή. Είχε καταλήξει οι δύο
μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι να ελέγχουν τις μισές επιχειρήσεις κεφαλαίου
της χώρας (Τράπεζες, Ασφαλιστικές, Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες) και οι
Τράπεζες της Χιλής να έχουν δανείσει το 1/4 των αποθεμάτων τους σε θυγατρικές
τους. [4].
Τον Ιανουάριο του 1983, 8 από τις μεγαλύτερες Τράπεζες της Χιλής που
ελέγχανε το 60% του χρηματοοικονομικού συστήματος καταρρέουν. Το Κράτος μέσω
της Κεντρικής Τράπεζας παρεμβαίνει και χρηματοδοτεί τα ελλείμματα τους. Οι δύο
μεγαλύτεροι όμιλοι της χώρας ("Cruzat - Larrain"
και "Javier Vial")
καταρρέουν και το Κράτος κρατικοποιεί τα περιουσιακά τους στοιχεία, μαζί με τα
χρέη του. Κρατικοποιηθέντα στοιχεία αποτελούσαν και στοιχεία που παλαιότερα το
κράτος τους είχε αποκρατικοποιήσει. [4].
Για την αποτυχία κατηγορήθηκαν οι αποκρατικοποιήσεις γενικότερα ως
πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα η οικονομική αποτυχία συνόδευε και αυτή την
λατινοαμερικανική χώρα πολύ πριν έρθει η κυβέρνηση Πινοσέτ που προώθησε τις
αποκρατικοποιήσεις. Ο τρόπος που έγιναν οι αποκρατικοποιήσεις δεν διέφερε και
σε αυτή την λατινοαμερικάνικη χώρα από τις υπόλοιπες, με αποτέλεσμα τελικά να
οδηγήσει σε οικονομική αποτυχία. [4].
Η ΛΥΣΗ 1982 - 1990.
Το σύνολο της Χιλιανής Οικονομίας μετά την επικράτηση του Πινοσέτ στα
πράγματα, ελέγχοντο από την λεγόμενη Σχολή του Σικάγο. Δηλαδή από αποφοίτους
της Νεοφιλελεύθερης Σχολής του Σικάγο, όπου αναλάμβαναν κατά σειρά ως Υπουργοί
Οικονομικών της χώρας (και όχι μόνο). Μερικά μόνο ονόματα που πρωταγωνίστησαν
στην οικονομική επιτυχία της προηγούμενης περιόδου ήταν του Jorge Cauas, Sergio de Castro, Pablo Barahona, Jose Pinera, Hernan Buchi κα.
Πολλοί από αυτά τα πρόσωπα γρήγορα αντικαταστάθηκαν καθώς ήταν εμφανές
ότι σε εκείνη τη δύσκολη περίοδο απαιτούντο κάποιου είδους παρεμβατισμός στην
Οικονομία. Ο τότε Υπουργός Οικονομικών Sergio de Castro, αρνούντο να αποδεσμεύσει το πέσο από το δολάριο λέγοντας
μάλιστα ότι πρέπει να κλείσει όποια επιχείρηση δεν μπορεί να κρατηθεί και να
επιβιώσουν οι ισχυρότερες. Η κοινωνική
πίεση ήταν μεγάλη. Σειρά Οικονομολόγων της Σχολής του Σικάγο αναγκάζονται σε
παραίτηση και τα ηνία αναλαμβάνουν πρόσωπα της ίδιας Σχολής βέβαια λιγότερο
δογματικά στην εφαρμογή φιλελεύθερων πολιτικών.
Ο Herman Buchi αμέσως αποδέσμευσε το πέσο από το δολάριο αφήνοντας το να
υποτιμηθεί. Ο Υπουργός Οικονομικών ζήτησε υποτίμηση του πέσο που
πραγματοποιήθηκε, τον Ιούνιο του 1982. [8]. Μέσα στις πολιτικές του ήταν η
εισαγωγή δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα σε ένα μικρό επίπεδο της τάξης του 35%.
Την ίδια ώρα επέβαλλε όρια στις τιμές τριών προϊόντων, του σιταριού, της
ζάχαρης και των βρώσιμων ελαίων. [6]. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της ζάχαρης αυτό
δεν ήταν δύσκολο καθώς η βιομηχανία της παρέμενε κρατική λόγω αποτυχίας της
αποκρατικοποίησης της [4].
Αμέσως με την αλλαγή του Υπουργού Οικονομικών το καθεστώς
κρατικοποίησε τις επιχειρήσεις και Τράπεζες που είχαν πρόβλημα (δύο αναφέρονται
παραπάνω), ενώ ρευστοποίησε και έκλεισε όσες δεν μπορούσε να κρατήσει.
Παράλληλα για να μην δημιουργηθεί "Bank Run" και γίνει μαζική απόσυρση των καταθέσεων η κυβέρνηση
όρισε ότι εγγυάται όλες τις καταθέσεις των Τραπεζών. [8].
Το 1985 ήταν εμφανές ότι η Χιλιανή Οικονομία έχριζε υποστήριξης και
αποφασίστηκε να εφαρμοστεί ένα νέο Πρόγραμμα με περισσότερο κρατικό
παρεμβατισμό, αλλά ελευθερία στην Οικονομία στον μεγαλύτερο βαθμό που η
Οικονομία μπορούσε να υποστηρίξει. Η χώρα στηρίχθηκε σε αυτή της την προσπάθεια
από την Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank)
και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF) για να καλύπτει τις όποιες ανάγκες θα προέκυπταν.
Οι άξονες
της προσπάθειας ήταν:
α) υποστήριξη των εξαγωγών,
β) εσωτερική κινητοποίηση των πόρων της οικονομίας,
γ) αναμόρφωση του Τραπεζικού και Χρηματοοικονομικού Συστήματος με λιγότερη ελευθερία κινήσεων.
[8].
α) υποστήριξη των εξαγωγών,
β) εσωτερική κινητοποίηση των πόρων της οικονομίας,
γ) αναμόρφωση του Τραπεζικού και Χρηματοοικονομικού Συστήματος με λιγότερη ελευθερία κινήσεων.
[8].
Η υποστήριξη των εξαγωγών ξεκίνησε από μια κατάργηση ενός φόρου που είχαν
τα εξαγώγιμα προϊόντα. Ακολούθησε η κατάργηση των περιορισμών στην πίστωση των
εξαγωγών, και επιτράπηκε η ιδιωτική ασφάλιση των εξαγωγών. Επίσης προωθήθηκαν
μέτρα που ισοσταθμίζανε τους φόρους στις εισαγωγές πρώτων υλών, ενδιάμεσων
προϊόντων (δηλαδή προϊόντα από τα οποία προκύπτουν τα τελικά προϊόντα) και
κεφαλαιουχικών αγαθών. Ακόμα προωθήθηκε και ενισχύθηκε ένας Κρατικός Οργανισμός
ενίσχυσης των εξαγωγών (ο PROCHILE)
ενώ τέλος δημιουργήθηκε ένα ταμείο για να φροντίζει να υποστηρίζει την
βιομηχανία του Χαλκού αγοράζοντας το ίδιο τον Χαλκό όταν οι διεθνείς τιμές
είναι χαμηλές (ρύθμιση των πόρων της οικονομίας). [8].
Στην συνέχεια με το πέρασμα της κρίσης οι δασμοί έπεσαν στο 20% το
1985 και το 1988 στο 15%. Η πολιτική αυτή φάνηκε να αποδίδει. Ήδη από το 1985 -
1987 οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν της τάξεως του 5,6%. Η ανεργία από 22,3% το 1984,
έπεσε στο 10,6% το 1987.Το έλλειμμα Τρεχουσών Συναλλαγών μειώθηκε κατά 1 δις
δολάρια από 2,1 δις που ήταν 1984, ενώ οι αύξηση στις εξαγωγές εμπορικών
προϊόντων αυξήθηκε κατά 7,9% το 1987 με το εμπορικό πλεόνασμα εκείνη την χρονιά
να ανέρχεται στο 5,8%. [8].
Στον Χρηματοοικονομικό Τομέα ήρθε περαιτέρω ρύθμιση και αναδιοργάνωση
του. Το προηγούμενο καθεστώς και λειτουργία, οδηγούσε τους πόρους του
Τραπεζικού Συστήματος σε αναποτελεσματικές κατευθύνσεις που κατέληγαν να είναι
και αντιπαραγωγικές μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα συνολικά της χώρας εκτός
από το ότι άφηναν εκτεθειμένες τελικά και τις επιχειρήσεις και τις Τράπεζες με
το κράτος να πληρώνει την ζημιά. [8]. Οι
απώλειες που προκάλεσε ο Νεοφιλελεύθερος τρόπος λειτουργίας των Τραπεζών
οδήγησε σε απώλειες για την χώρα της τάξεως του 6% του ΑΕΠ την περίοδο 1983 - 1984 και 11% την περίοδο 1985 -
1986.[8]. Οι Τράπεζες Banco de Talca, Banco Español Chile, Banco de
Linares και Banco de Fomento de Valparaíso κρατικοποιήθηκαν. Οι Compañía
General, Cash, Capitales και del Sur ρευστοποιήθηκαν και έκλεισαν. Αργότερα
οι κρατικοποιημένες Τράπεζες αποκρατικοποιήθηκαν και πάλι. Παράλληλα
αναπτύχθηκε και νομικό πλαίσιο για να αποφευχθεί κακοδιαχείριση των πόρων τους
μετά την αποκρατικοποίηση τους και επαναληφθούν κινήσεις παρόμοιες με την
προηγούμενη περίοδο. [9].
Το καθεστώς προχώρησε σε εκλογές το 1989 και ιδιαίτερη ανησυχία
επικράτησε για το αν η οικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα θα συνέχιζε και στην
περίοδο της Δημοκρατίας. Για αυτό το λόγο το καθεστώς ιδιωτικοποίησε την
Κεντρική Τράπεζα ώστε να δημιουργηθεί μια δικλίδα ασφαλείας ώστε να μην είναι
ικανή η εκάστοτε κυβέρνηση να "πληθωρίζει" την οικονομία και να
φτάσει την κατάσταση στην προ του καθεστώτος εποχή. [6].
ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ - ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ
Δυστυχώς πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για αυτές τις χώρες που φαίνεται
ότι είτε με Σοσιαλιστικό, είτε με "Φιλελεύθερο" καθεστώς, πάντα θα
στήνουν απολυταρχικά και κλειστά καθεστώτα ελεγχόμενα από τις πρώην ελίτ τους,
όπου μέσα από την πολιτική εξουσία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και πάλι
ελέγχουν την Οικονομία. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια τους η
"ελευθερία" από τον Ισπανικό και Πορτογαλικό ζυγό ήρθε την στιγμή που
ο ζυγός αυτός θα έπαυε είναι απολυταρχικός. Ήρθε δηλαδή την εποχή όπου στην
Ισπανία και αργότερα στην Πορτογαλία ψηφίζονταν τα πρώτα Συντάγματα που
εξασφάλιζαν ισότητα και ελευθερία σε όλους τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας
(Σύνταγμα του Κάδιξ).
Οι Νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί τείνουν στα κείμενα τους να κατηγορούν
για την οικονομική αποτυχία του 1983 την κακή συγκυρία, αλλά αυτό δεν εξηγεί
γιατί αυτή η κρίση έπληξε την Χιλή περισσότερο από κάθε άλλη λατινοαμερικανική
χώρα. Μετά λένε ότι πρέπει να έφταιξε η βιασύνη της κυβέρνησης να περάσει τα
μέτρα γρήγορα με αποτέλεσμα να μην προλάβουν οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν
στις αλλαγές και έτσι να μην είναι πραγματικά ανταγωνιστικές, αλλά μεσολάβησαν
περίπου 10 χρόνια από την αρχή των μεταρρυθμίσεων μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης
(1973 - 1983), πόσο καιρό θα επιθυμούσαν δηλαδή να τραβήξουν οι μεταρρυθμίσεις;
Και μετά αν αποτύγχαναν τι θα έλεγαν; Ότι προχώρησαν αργά; Μετά λένε ότι μπορεί
να έφταιξαν οι ισοτιμίες, ότι δηλαδή δεν έπρεπε να συνδεθεί το νόμισμα με το
δολάριο, μα αν μια οικονομία είναι πραγματικά ισχυρή και πραγματικά ανοιχτή
στον ανταγωνισμό και ανταγωνιστική, τότε η ισοτιμία θεωρητικά όταν παραμένει
σταθερή μόνο καλό μπορεί να της κάνει. Η ίδια η θεωρία του Νεοφιλελευθερισμού
το λέει αυτό. Επομένως τι είναι αυτό που έφταιξε πραγματικά;
Η αρχική επιτυχία του καθεστώτος οδηγήθηκε σε κίνδυνο να ναυαγήσει το
1982, όχι από τον κρατικό παρεμβατισμό που είχε οδηγήσει στο αδιέξοδο πριν το
1973, αλλά ακριβώς στην απουσία του. Είναι εμφανές κατά την προσωπική μου
άποψη, ότι χώρα από χώρα διαφέρει. Χώρες με αρκετά καθυστερημένη κοινωνική
δομή, όπου λίγες οικογένειες ελέγχουν τις οικονομίες τους, με κλειστούς
οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς, δεν μπορούν να προκόψουν με άκρατο
Φιλελευθερισμό. Το αδιέξοδο προήλθε ακριβώς από έλλειψη ανταγωνισμού που δεν
προήλθε λόγω κρατισμού, αλλά λόγω του ότι, αυτοί που ελέγχανε το σύστημα
ακριβώς έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να συνεχίσει να είναι ένα
κλειστό σύστημα και το κράτος τους το επέτρεψε (λόγω και του κλειστού του
"δικτατορικού" χαρακτήρα). Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς η πτώση της
ανταγωνιστικότητος της χώρας και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο που οδήγησε
σε χρεοκοπία σωρία επιχειρήσεων που μετά το κράτος έτρεξε να σώσει, όταν το
κράτος έδεσε το πέσο με το δολάριο. Είναι επόμενο ότι όταν έχεις λίγους πολύ
ισχυρούς παίκτες στην οικονομία, χωρίς την λήψη κάποιων κρατικών μέτρων, αυτοί
θα μονοπωλήσουν εμμέσως το παιχνίδι και στο τέλος θα καταλήξουν απλά να
αντικαταστήσουν το κρατικό μονοπώλιο με ένα δικό τους. Όπως έκαναν οι Όμιλοι (οι
λεγόμενες Grupos στην περίπτωση της Χιλής) με τις Τράπεζες και την έλλειψη
ελέγχου των δανειοδοτήσεων τους (ορισμένοι αναλυτές σχολιάζουν το γεγονός με
την υποψία παρανομίας κιόλας από μέρους των Τραπεζών [βλ. 7]). Το ολιγοπώλιο
και το "κλείσιμο" του παιχνιδιού δεν ενισχύθηκε μόνο από την
Στρατιωτική Κυβέρνηση αλλά και από τους Νεοφιλελεύθερους στοχαστές της που
μέχρι και την ώρα που η χώρα κατέρρεε επέλεγαν την μη δράση εναντίον των Grupos (ήταν
επιλογή).
Πέρα από τα δημοσιονομικά και Μακροοικονομικά μεγέθη της κρίσης, η
περίοδος του Νεοφιλελευθερισμού της Χιλής, αποδείχθηκε πολύ επίπονη για τον
λαό, ο οποίος όμως σίγουρα θα είχε χειρότερη μοίρα αν συνέχιζε η πολιτική των
Σοσιαλιστών. Η οικονομική καθίζηση την περίοδο του Allende ήταν
τόσο μεγάλη που δεν υπάρχει καν λόγος να γίνει σύγκριση της περιόδου 1973 -
1984 με την περίοδο του. Αν όμως συγκρίνουμε το τι άφησε πίσω της η
Χριστιανοδημοκρατική Διακυβέρνηση του 1970, θα δούμε ότι μέσα σε μια 15ετία το
βιοτικό επίπεδο επιδεινώθηκε. Οι πραγματικοί μισθοί έπεσαν κατά 14,5%, η πτώση
αυτή όμως υπερκαλύφθηκε από την μείωση της τιμής των εισαγόμενων καταναλωτικών
αγαθών, επομένως κατά πάσα πιθανότητα σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, η
κατανάλωση καταναλωτικών προϊόντων θα αυξήθηκε τελικά. Ο δείκτης Gini επίσης δεν είναι "μαλακός" με την
πολιτική εκείνης της περιόδου. Η θέση της ΧΙλής επιδεινώθηκε. Ο δείκτης ανέβηκε
περίπου κατά 1/4 πράγμα που δείχνει ότι η ανισοκατανομή πλούτου σε εκείνη την
περιοχή του κόσμου αυξήθηκε κατά 1/4 περίπου. Το 1969 λίγο πριν την πτώση της
κυβέρνησης Frei, τα
νοικοκυριά που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή με εισόδημα δύο
φορές κάτω από το λεγόμενο "καλάθι της νοικοκυράς", για την περιοχή
του Σαντιάγκο (όπου έχουμε στοιχεία) αυξήθηκαν από 29% στο 46% το 1985. [8]. Τα
νούμερα αυτά βαίνουν συνεχώς βελτιούμενα από το 1987 και μετά. Η κυβέρνηση έχει
υιοθετήσει μετά το 1987 προγράμματα στήριξης των αδυνάτων και έχει συντελεστεί
μεγάλη πρόοδος σε αυτόν τον τομέα. [8].
Παρά την κρίση που προέκυψε λόγω αδυναμίας του καθεστώτος να ανοίξει
την οικονομία το 1982 φαίνεται ότι γενικότερα η Φιλελευθεροποίηση της
Οικονομίας ωφέλησε πολύ την Χιλή και σταθεροποίησε το επίπεδο ζωής των πολιτών.
Η Χιλή της περιόδου Allende (επί Σοσιαλισμού δηλαδή) ήταν η χειρότερη χώρα σε όλα τα μεγέθη από όλες σχεδόν τις
λατινοαμερικάνικες χώρες. Το 1983 οι
δογματικοί Νεοφιλελεύθεροι (Neoliberals)
της Σχολής του Σικάγο απομακρύνθηκαν υπέρ πιο "συγκαταβατικών"
συναδέλφων τους της ίδιας Σχολής που πολύ γρήγορα αντικατέστησαν τα Νεοφιλελεύθερα
μέτρα με κάποιον μικρό κρατικό παρεμβατισμό προς αποκατάσταση της Οικονομικής
Σταθερότητος ,με θετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της κρίσης εκείνης.
Προσωπικά
για εμένα η περίπτωση της Χιλής είναι απόδειξη τριών πραγμάτων:
α) ότι ο
Σοσιαλισμός είναι οικονομικά και κοινωνικά αναποτελεσματικό σύστημα.
β) ότι ο άκρατος Φιλελευθερισμός οδηγεί τελικά στο αποτέλεσμα που καλείται να πολεμήσει, δηλαδή στην έλλειψη ανταγωνισμού και σε μονοπωλιακές καταστάσεις.
β) ότι ο άκρατος Φιλελευθερισμός οδηγεί τελικά στο αποτέλεσμα που καλείται να πολεμήσει, δηλαδή στην έλλειψη ανταγωνισμού και σε μονοπωλιακές καταστάσεις.
γ) ο άκρατος
Φιλελευθερισμός φτάνει στην στρέβλωση να συμπορεύεται με απολυταρχικά καθεστώτα
με βαθιά έλλειψη δημοκρατισμού στην οικονομία και την πολιτική, καθώς ενισχύει
εν τέλει τους "ισχυρούς" εκλεχτούς του καθεστώτος, μέσω της μη
κρατικής δράσης εναντίον τους.
δ) ότι ο Φιλελευθερισμός και ελάχιστο κρατικό παρεμβατισμό όπου και όταν αυτός απαιτείται είναι αποτελεσματικότερο σύστημα σε μικρές οικονομίες και χώρες.
δ) ότι ο Φιλελευθερισμός και ελάχιστο κρατικό παρεμβατισμό όπου και όταν αυτός απαιτείται είναι αποτελεσματικότερο σύστημα σε μικρές οικονομίες και χώρες.
Άλλωστε οι Φιλελεύθεροι πίστευα πάντα ότι έχουμε μια "ευχή"
και "κατάρα", δεν μπορούμε να μην είμαστε αποτελεσματικοί
(εστιασμένοι στο αποτέλεσμα) και να παραμένουμε δογματικοί (εστιασμένοι σε
ιδεοληψίες και ελπίδες).
Σινίκογλου Μιχάλης
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)
ΠΗΓΕΣ:
[1] "Reforms and Microeconomic
Adjustments in Chile during 1974-84", Vitorio Corbo, World Development,
Vol 13, No 8, pp.893 - 916, 1985.
[2] Wikipedia.com
[3]ΒΙΒΛΙΟ: "The Overthrow of Allende and the
Politics of Chile, 1964-1976", By Paul E. Sigmund
[4] "The (Rip)Tide of
Privatization: Lessons from the Chile", World Development, Vol. 17, No 5,
pp. 683 - 702, 1989.
[5] "The Order of the Economic
Liberalization: Lessons from Chile and Argentina", Carnegie - Rochester
Conference Series on Public Policy, 17, 1982, pp. 159 - 186.
[6] "The Political Economy of
Unilateral Trade Liberalization: The Case of Chile", Sebastian Edwards,
Daniel Lederman, NBER Working Paper No 6510, April 1998.
[7] "Microeconomic Adjustments
in Chile during 1977 - 1981: The importance of being a Grupo", Julio
Galvez, James Tybout, World Development, Vol.13, No.8, pp.969 - 994, 1985.
[8] "Economic Stabilization and
Structural Transformation: Lessons from the Chilean Experience, 1973 -
1987", Cristian Moran, World Development, Vol.17, No.4, pp. 491-502, 1989.
[9] "A Decade Lost and Found:
Mexico and Chile in the 1980s", Raphael Bergoeing, Patrick J. Kehoe,
Timothy J. Kehoe, Raimundo Soto, Review in the Economic Dynamics 5, 2002, pp.
166 - 205.
[10] " Το Ην. Βασίλειο σε
αποκρατικοποίηση. Η επιτυχία της κυβέρνησης Θάτσερ." - http://msinikoglou.blogspot.gr/2013/11/blog-post_5703.html





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου