Κατόπιν
πολλών πολιτικών και οικονομικών συζητήσεων, συχνά αντιλαμβάνομαι την αδυναμία
των ανθρώπων να κατανοήσουν την έννοια της «αξίας». Δυστυχώς αυτό γίνεται ακόμα
και από ανθρώπους που έχουν υποτίθεται σπουδάσει και οικονομικές επιστήμες,
αφού θεωρητικά θα έπρεπε αυτοί να ήταν οι πρώτοι που το αντιλαμβάνονται αυτό.
Παρότι, σύμφωνα με συζητήσεις που έχω κάνει με πολλούς ανθρώπους από διάφορες
επιστήμες, φαίνεται ότι όλες οι επιστήμες έχουν εξηγήσει με το δικό τους πρίσμα
την έννοια της «αξίας» (πχ κοινωνικές επιστήμες, τεχνικές κλπ), οι άνθρωποι που
έχουν σπουδάσει οικονομικά θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι οι πλέον υπεύθυνοι να
κατέχουν αυτή την έννοια καθώς αποτελεί την βάση κάθε θεωρίας μας, από τα
στεγνά οικονομικά (Μάκρο και Μίκρο) μέχρι το Μάνατζμεντ και τα
Χρηματοοικονομικά.
Ξεκινάω
με ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η σχετικότητα της έννοιας της «αξίας»,
και στην συνέχεια την αναγάγω σε στρεβλά ψευτοεπιχειρήματα της μάζας των
ανθρώπων όταν κάνουν μια «λογική» συζήτηση, για να φανεί η εσφαλμένη βάση των
περισσότερων συλλογισμών τους.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:
Βγαίνουμε
μια παρέα για καφέ και αρχίζουν τα παράπονα για τους μισθούς τους. Ρωτάω σε
όλους το εξής: «Αυτό το φλιτζάνι με καφέ φίλτρου, τι αξία έχει;». Οι
περισσότεροι "σκαλώνουν". Ο ένας μου λέει το κόστος του, θεωρεί λοιπόν ότι έχει
αξία 20 λεπτά (όσο έκρινε ο ίδιος το κόστος του). Τον ρωτάω λοιπόν, «Αφού έχει
αξία 20 λεπτά, εσύ γιατί δεν έκανες έναν τέτοιο στο σπίτι σου με 20 λεπτά και
είσαι εδώ και τον πληρώνεις 2 ευρώ;».
Στην
πραγματικότητα όταν πάει κάποιος άνθρωπος για καφέ σε μια καφετέρια, δεν
πληρώνει μόνο τον καφέ του, αλλά ένα σύνολο υπηρεσίας. Ένα διευρυμένο προϊόν
που σε μεγάλο βαθμό (καθότι και υπηρεσία) είναι άυλο, δηλαδή δεν είναι ορατό.
Οι
έννοιες όμως του διευρυμένου προϊόντος ή της αϋλότητας μιας υπηρεσίας δεν
αποτελούν ενδιαφέρον του παρόντος κειμένου και η ύπαρξη τους δεν αλλάζει καθόλου
τον συλλογισμό, θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα «υλικοποιήσουμε» (ας μου επιτραπεί
ο όρος) και να ισχύουν όλα τα παρακάτω.
Η
ΩΦΕΛΕΙΑ
Θα
βάλω άλλη μια έννοια στο παράδειγμα και στον συλλογισμό μου, την έννοια της
«ωφέλειας».
Στην
πραγματικότητα όμως για να τηλεφωνηθούμε όλοι μας, να περπατήσουμε μέχρι την
καφετέρια εκείνη και να δεχθούμε να πάμε σε εκείνη την καφετέρια έναντι κάποιας
άλλης που επίσης έχει τον καφέ 2 ευρώ,
αντιλαμβανόμαστε (συνειδητά ή α /υπόσυνείδητα) μεγαλύτερη ωφέλεια από τα 2 ευρώ
που είναι η αξία του καφέ, και μάλιστα μεγαλύτερη ωφέλεια από κάθε άλλη
καφετέρια δεδομένου του κόστους που καταβάλαμε για το σύνολο της ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ. Άρα για εμάς η αξία που έχει εκείνος ο καφές είναι μεγαλύτερη υποκειμενικά (όχι αντικειμενικά) από τα 2 ευρώ που πληρώνουμε + το κόστος ευκαιρίας (το ότι δεν κάναμε κάτι άλλο εκείνη την ώρα) + τα τηλέφωνα + το περπάτημα. Είναι μεγαλύτερη η αξία από όλα αυτά. Δεν
θα επεκταθώ σε μαρκετίστικες θεωρήσεις περί της έννοιας της «εμπειρίας». Θα
παραμείνω στην ωφέλεια και την αξία προκειμένου να καταδείξω τον προβληματισμό
μου πάνω στα περισσότερα που ακούω από τον περισσότερο κόσμο γύρω μου.
Άρα
η ωφέλεια, είναι κάτι διαφορετικό από την αξία. Η υποκειμενική αξία έχει τον χαρακτήρα
ιεράρχησης πραγμάτων. Συνήθως η αξία απεικονίζεται και μετράται από την τιμή. Η
έννοια είναι όμως πιο διευρυμένη στην πραγματικότητα. Υπάρχουν και έννοιες
(αξίες) που είναι αδύνατον να τιμολογηθούν για ορισμένους ανθρώπους (πχ
οικογένεια, θεός, αγάπη, σεβασμός). Ελπίζω για τους περισσότερους.
Η Ωφέλεια ωστόσο είναι διαφορετική έννοια και θα έλεγα περισσότερο ότι αντικατοπτρίζει το υποκειμενικό (το κατά την άποψη μας δηλαδή) κέρδος. Μάλιστα
σύμφωνα με διάφορες θεωρήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου (πχ θεωρία του
Ωφελιμισμού – Αρίστιππος ο Κυρηναίος, Επίκουρος, Jeremy Bentham, john
Stuart Mill) μια πράξη είναι «καλή» ή «κακή» σύμφωνα με το αν
συμβάλει σε ωφέλεια (ευτυχία) ή στο αντίθετο της ευτυχίας (ζημία), αντίστοιχα. [1].
Ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω ότι ακόμα και από την παραπάνω θεώρηση για την ωφέλεια, μπορεί ένας άνθρωπος να κατανοήσει ότι και οι έννοιες «καλό» ή «κακό» είναι σχετικές εντός κάποιων πλαισίων καθώς υπάρχει και η αντίθετη θεώρηση από την παραπάνω που έχει σχέση με το κίνητρο της πράξης και όχι το αποτέλεσμα. Αλλά αυτό επίσης αφορά ένα άλλο μεγάλο θέμα.
Ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω ότι ακόμα και από την παραπάνω θεώρηση για την ωφέλεια, μπορεί ένας άνθρωπος να κατανοήσει ότι και οι έννοιες «καλό» ή «κακό» είναι σχετικές εντός κάποιων πλαισίων καθώς υπάρχει και η αντίθετη θεώρηση από την παραπάνω που έχει σχέση με το κίνητρο της πράξης και όχι το αποτέλεσμα. Αλλά αυτό επίσης αφορά ένα άλλο μεγάλο θέμα.
ΩΦΕΛΕΙΑ
ΚΑΙ ΑΞΙΑ
Κάθε
απόφαση της ζωής μας ολόκληρης σημαδεύεται από την έννοια της «αξίας» και της
«ωφέλειας». Και προσωπικά έτσι ερμηνεύω (ή τουλάχιστον προσπαθώ) τον κόσμο,
βρίσκοντας και στην φιλοσοφία τις παραπάνω έννοιες και προβληματισμούς, και όχι
μόνο.
Χωρίς
απαραίτητα να έχω κατασταλάξει στις έννοιες του «καλού» και του «κακού», η
θεώρηση αυτή με βοηθά γρήγορα να αντιλαμβάνομαι και να «προβλέπω» το μέλλον σε
διάφορες καταστάσεις και να διαπιστώνω ότι σύμφωνα με την πληροφορία την οποία
έχω στην δεδομένη στιγμή πέφτω μέσα σε προβλέψεις που αφορούν την οικονομία,
την κοινωνία και την πολιτική. Το ζήτημα του λάθους μου διαπιστώνω ότι δεν
εμπίπτει πια στον τρόπο νόησης μου, αλλά στην πληροφορία, δηλαδή στην ποσότητα
και την ποιότητα της. Αλλά και αυτό αποτελεί άλλο ζήτημα.Χρησιμοποιώ το Α' ενικό εδώ γιατί το
ότι προσωπικά αντιλαμβάνομαι αυτή την νόηση ως αποτελεσματική στην
ερμηνεία του κόσμου, δεν σημαίνει ότι θεωρώ πως είναι μοναδική αλήθεια. Η ανάλυση αντίστοιχων "φιλοσοφικών" θεωρήσεων αποτελεί άλλο ζήτημα επίσης.
Αν
κανείς έχει κατανοήσει επαρκώς τις παραπάνω έννοιες θα διαπιστώσει τους λόγους
που ουδέποτε πρέπει κανείς να παραπονιέται για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Δηλαδή πάμε και
πάλι στο παράδειγμα με το οποίο ξεκίνησα για να γίνει αυτό που λέω πιο
κατανοητό.
Η
συζήτηση, όπως προείπα, ξεκίνησε από το παράπονο που μου εξέφρασαν τα φιλαράκια
μου σχετικά με τους μισθούς που παίρνουν. Δεν θα μπω σε προεκτάσεις που αφορούν
την εργατική νομοθεσία και την αδυναμία ελέγχου της από πλευράς του κράτους στο
οποίο τους δίνω απόλυτο δίκιο και την διαπιστώνω και εγώ. Η ωφέλεια της οποίας
είναι συζητήσιμη αλλά επίσης αποτελεί άλλο θέμα.
Με
την βοήθεια της έννοιας της «αξίας» ρωτάω και πάλι: «Αντικειμενικά λοιπόν
μπορείς να μου ορίσεις την αξία της εργασίας σου;». Δηλαδή θεωρώντας ότι
προσφέρεις μια εργασία, πως ορίζεις πόσο αντικειμενικά αξίζει αυτή η εργασία;
Σε αυτό το ερώτημα δεν υπήρχε απάντηση καμία. Γιατί για την παρούσα εργασία η
τιμή ήταν η «κατώτερη αμοιβή» που είχε ορίσει το κράτος, η οποία θα μπορούσε να
θεωρηθεί ότι είναι αντικειμενική αξία, από την άλλη αν δεν υπήρχε αυτή η
απαγόρευση του κράτους, αυτό το πλαφόν στην αξία αυτή, πόσο θα είχε πάει
αντικειμενικά η τιμή της;
Ενώ λοιπόν έγινε κατανοητή η έννοια της υποκειμενικής αξίας και της ωφέλειας σε κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου (με όλες τις θεωρήσεις της ως προς την κριτική της), πάμε πια στην αντικειμενική αξία που είναι ο,τι πιο εύκολο να ορίσει κανείς.
Άλλη
μια προσπάθεια ορισμού υποκειμενικά της αξίας της, θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε
μέσω της ωφέλειας, δηλαδή πόση ωφέλεια αντλεί ο εργοδότης από αυτή την εργασία
και τον παρόντα εργαζόμενο; Πως όμως θα μετρήσουμε την ωφέλεια; Αυτό που μόνο
ξέρουμε είναι το εξής λογικό, ότι η ωφέλεια είναι, και θα πρέπει να είναι
μεγαλύτερη ή τουλάχιστον ίση με την αξία. Καθώς είναι παράλογο ο οποιοσδήποτε
εργοδότης να κρατά εργαζόμενο ο οποίος του αποφέρει ζημία και όχι όφελος. Αν
και αυτό έχει συμβεί πολλές φορές εξαιτίας της εργατικής νομοθεσίας και εκεί
μπαίνουμε στο παραπάνω ζήτημα που πρέπει για χάρην ευκολίας της σκέψης να
μείνει εκτός.
Το
λοιπόν, όπως στο παράδειγμα εμείς πήγαμε σε μια καφετέρια από τις πολλές που
έχουν 2 ευρώ την αξία του καφέ, γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι αποσπούμε
περισσότερη ωφέλεια από αυτή από ότι αν πηγαίναμε σε άλλη, έτσι και ο εργοδότης
προσλαμβάνει εσένα έναντι κάποιου άλλου, επειδή συνειδητά ή α/υποσυνείδητα
προσλαμβάνει μεγαλύτερο όφελος από την αξία της εργασίας όπως αυτή
αντικειμενικά εκφράζεται από την τιμή της, δηλαδή τον μισθό.
Στην
πραγματικότητα η έννοια της αξίας τείνει να είναι για κάθε έναν διαφορετική και
να αποτελεί τελικά το κόστος + την ωφέλεια. Εμείς όμως μιλάμε για την
αντικειμενική έκφραση της που αποτελεί την τιμή. Δηλαδή για την τιμοκρατική
έκφραση της συνολικής αξίας που δίνει σε αυτό το έργο μια κοινωνία μέσω της
προσφοράς και της ζήτησης (Adam
Smith).
Ένα άλλο ακόμα πιο σοκαριστικό παράδειγμα που τους έδωσα είναι το εξής: Όταν πήγα να φύγω νωρίτερα από τους άλλους. Εγώ επάνω μου δεν είχα ψιλά και το μικρότερο χαρτονόμισμα που είχα ήταν ένα χαρτονόμισμα των 5 ευρώ. Το σηκώνω λοιπόν και τους ρωτάω "Αυτό τι αξία έχει;". Μου απαντάνε όλοι 5 ευρώ. "Έχει κανείς σας να μου δώσει 5 ευρώ σε ψιλά για να πληρώσω και να του δώσω το χαρτονόμισμα;", ξαναρωτάω. Μου λένε όχι. Ο ένας μου λέει ότι έχει δύο 2ευρα κέρματα. Και για χάρην του παραδείγματος του λέω "Δώσε μου τα δύο κέρματα και πάρε το χαρτονόμισμα". Εκείνος το κάνει. Και ξαναρωτάω αμέσως, "τώρα για εμένα τι αξία συνειδητοποιείς ότι έχει το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ;". Η αγωνία μου να κατανοήσουν αυτή την θεώρηση αλλά και να φύγω λίγο νωρίτερα και να μην ψάχνουμε λεφτά στις τσέπες μας, έκαναν το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ αντικειμενικής αξίας να έχει για εμένα υποκειμενική αξία 4 ευρώ αντικειμενικής αξίας.
Η
ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αν
εσύ ως εργαζόμενος το λοιπόν, θεωρείς ότι η εργασία σου αντικειμενικά αξίζει
περισσότερο, τότε δεν έχεις παρά να εγκαταλείψεις την εργασία σου στον εν λόγω
εργοδότη και να πας σε κάποιον άλλον που να την πληρώσει περισσότερο, που είναι
δηλαδή διατεθειμένος να καταβάλλει περισσότερη τιμή για την ίδια ποσότητα και
ποιότητα έργου που σήμερα παρέχεις.
Αυτός
που παραπονιέται στην πραγματικότητα σπάνια το κάνει όμως. Και για αυτό
παραπονιέται και γκρινιάζει. Δεν το κάνει όχι γιατί αντικειμενικά ξέρει ότι η
εργασία του αξίζει περισσότερο. Δεν το κάνει επειδή ξέρει ότι αντικειμενικά
τόσο θα πάρει ακόμα και αν πάει σε άλλον εργοδότη, ή ότι ο άλλος εργοδότης θα
εμπεριέχει περισσότερο κόστος (κόστος ευκαιρίας, ρίσκο, άγχος κλπ), με
αποτέλεσμα να μειώνεται η συνολική ωφέλεια την οποία ο ίδιος αντλεί από τον ήδη
εργοδότη του, για τον οποίο γκρινιάζει. Μέχρι και σήμερα το κράτος όριζε με το ζόρι την αξία του κάθε πράγματος σε αυτή την χώρα. Ακόμα και της εργασίας, με κόστος στην οικονομία που σήμερα συσσωρεύθηκε τόσο μεγάλο στην γενιά μας που το κράτος δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο το ίδιο σπορ και καταργώντας τους περιορισμούς αυτούς οδηγεί την αξία περισσότερο κοντά στην αντικειμενική αξία της εργασίας μας υπό τις παρούσες συγκυρίες.
Άρα
και ο ίδιος γνωρίζει, ότι η τιμή της εργασίας του δεν αποτελεί μια έννοια
σταθερή, αλλά μια σχετική έννοια και η γκρίνια του αποτελεί όχι αντικειμενικό
παράπονο «αδικίας της φύσης» αλλά αποτέλεσμα και δικών του λαθών και παραλήψεων
αλλά και ευσεβή πόθο του να άξιζε περισσότερο. Δηλαδή με το παράπονο εκφράζει τον ευσεβή πόθο του, η
εργασία του να άξιζε όσο ο ίδιος επιθυμούσε.
Όλο
το παραπάνω οι άνθρωποι με υψηλό διανοητικό επίπεδο, ασυνείδητα, ή
υποσυνείδητα, ή και συνειδητά, το καταλαβαίνουν και έτσι σε ότι κάνουν στην ζωή
τους, αποφεύγουν την γκρίνια και το «παράπονο». Ξέρουν ότι οι ίδιοι κρατούν τα
ηνία της τύχης τους στα χέρια τους σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο οι άλλοι
φαντάζονται για τους εαυτούς τους.
Η
«ΑΔΙΚΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ»
Στην
πραγματικότητα υπάρχει μια αδικία της φύσης. Η «αδικία» της φύσης είναι ότι οι
πόροι για να ζήσουμε όλοι οι άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη είναι πεπερασμένοι.
Αυτό από μόνο του δεν θα αποτελούσε πρόβλημα. Αυτό που το καθιστά πρόβλημα
είναι ότι οι πόροι αυτοί σήμερα μόλις που θα μας έφταναν για να υπάρχουμε αν
τους μοιράζαμε ίσα και οι άνθρωποι είμαστε και αγνώμονες και άπληστοι γιατί
έτσι είναι η φύση μας. Αυτά τα δύο είναι η αδικία της φύσης.
Μέσα
στο προηγούμενο παράδειγμα, ένας από τους πολλούς σηκώνεται και λέει ότι οι
«100 που είναι οι από πάνω» (εννοώντας την ελίτ μας), δεν κάνουν απολύτως
τίποτα και με ρωτάει να τους πω «τι κάνουν».
Ξαναπάω
στην εργασία και τον ρωτάω, «Αλήθεια και αντικειμενικά, θεωρείς ότι εργάζεσαι
σκληρότερα και περισσότερες ώρες από ένα παιδάκι στην Καμπότζη;». Με ιδιαίτερη
δυσκολία στην παραδοχή αυτή καταλήγουμε μετά από ώρα στο ότι όντως δεν
εργάζεται ούτε σκληρότερα, ούτε περισσότερες ώρες από ένα παιδάκι στην
Καμπότζη. Οπότε ξαναρωτάω «Γιατί εσύ έχεις τόσα πράγματα πάνω στο Τραπέζι εδώ
σήμερα και αυτό δεν έχει τίποτα;». Επάνω στο τραπέζι υπήρχαν τα κινητά μας (όλα
σχεδόν i-phone), τα μπουφάν μας, τα καφεδάκια μας, τα νεράκια
μας, τα «βουτήματα» που κερνούσε μαζί με τον καφέ το κατάστημα και που κανείς
μας δεν ακούμπησε καν, οι ζαχαρίτσες τις οποίες όση ώρα συζητούσαμε τις είχαμε
κάνει σάκο του μποξ με τα χέρια μας αδειάζοντας τες στα τασάκια ή καθιστώντας τες απλά άχρηστες
προς άλλη χρήση, τα γαλατάκια με τα οποία επίσης παίζαμε καθιστώντας τα για
πέταμα παρότι δεν τα χρησιμοποιήσαμε. Και αφού δεν λαμβάνω μια απάντηση του
απαντώ ο ίδιος ότι «αυτό κάνουν οι 100 από επάνω σου. Με μικρότερο κόπο από
άλλους ανθρώπους, τους παίρνουν πλούτο και τον φέρνουν σε εσένα, παρότι άλλοι
επάνω σε αυτή την γη κοπιάζουν περισσότερο».
Το
παραπάνω εξηγείται αν κανείς κατανοήσει την φύση των πολέμων, την φύση της
διεθνούς προσφοράς και ζήτησης και άρα της αξίας των αγαθών, της εργασίας, του
κράτους. Όλα αυτά δεν μπορώ να τα εξηγήσω σε κάποιον που δεν τα γνωρίζει. Το
παράδειγμα όμως τα λέει όλα.
ΤΟ
ΟΡΑΜΑ
Δεν
κατηγορώ τους ανθρώπους που σκέφτονται έτσι. Άλλωστε μεγάλο μέρος των
αισθημάτων που βιώνουν τα αισθάνομαι και εγώ. Αισθήματα οργής, απογοήτευσης και
πόνου. Αυτό που προσωπικά πιστεύω ότι είναι αυτό που λείπει είναι αυτό που ο
ένας από αυτούς μου είπε με τον δικό του τρόπο, δηλαδή το «δεν μπορώ να ξυπνάω
κάθε μέρα και να ξέρω ότι το αύριο θα είναι χειρότερο».
Μέσα
στην απλότητα της σκέψης του είπε το ζητούμενο. Το απλό ζητούμενο της πολιτικής
που είναι η βελτίωση των συνθηκών των πολιτών μιας κοινωνίας, ή η προσμονή για
βελτίωση αυτών των συνθηκών. Δηλαδή το ΟΡΑΜΑ. Ένα όραμα αληθές και
πραγματοποιήσιμο για το Έθνος και την χώρα μας, ένα όραμα το οποίο θα τον κάνει
να ανεχθεί τις θυσίες και τις στερήσεις γιατί θα βλέπει ότι όσα κάνει αφορούν
την Ελλάδα του μέλλοντος. Και αυτό είναι που είναι ανίκανη η πολιτική ηγεσία
σήμερα να περάσει στον Έλληνα γιατί δεν το έχει ούτε ίδια. Το ΟΡΑΜΑ. Την
απουσία του οποίου είχα επισημάνει και σε άλλο κείμενο μου κατά το παρελθόν [3],
δυστυχώς ακόμα και σήμερα δεν βλέπω κανένα φως γιατί τα μυαλά των ηγητόρων
είναι μικρά για να το πλάσουν. Είναι λίγο μεγαλύτερα ίσως από αυτά των πολιτών
που διοικούν, ίσως είναι και λίγο μικρότερα ορισμένες φορές.
Φυσικά η αύξηση του βιοτικού επιπέδου μιας ομάδας ανθρώπων πάνω σε αυτή την γη ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑΚΑ σημαίνει την χειροτέρευση των συνθηκών κάποιων άλλων ανθρώπων σε αυτό τον πλανήτη. Το επισημαίνω παρότι αυτονόητο για κάθε άνθρωπο σοβαρό με στοιχειώδεις γνώσεις γιατί έχουμε σε αυτή την χώρα και πολλά Μαρξιστικά σύνδρομα που δεν έχουν σε άλλες οπότε πρέπει να το επισημάνω. Όχι ότι ο Μαρξ σαφώς δεν είπε για το πεπερασμένο των πόρων, απλά οι πολιτικοί εκφραστές του και επομένως και ο λαός που τους ακούει σοβαρά έχει την αίσθηση ότι ζει στον παράδεισο της Εδέμ απλά κάποιος "κακός" τρίτος δεν τους αφήνει όλους τους ανθρώπους της γης να χαρούν τους καρπούς του...οπότε το αυτονόητο αναγκάζομαι να το κάνω επισήμανση σε αυτή την χώρα.
Παρότι
διαφωνώ με τις απόψεις όπως εκφράζονται από την πλειοψηφία των πολιτών μας,
χαίρομαι να συζητώ μαζί τους γιατί πραγματικά οι διαπιστώσεις που κάνω με
εξελίσσουν και σαν άνθρωπο και σαν «επιστήμονα», και εν τέλει η αγάπη προς τον
άνθρωπο και ειδικότερα τον Έλληνα, είναι η κύρια αιτία ενασχόλησης μου με τα
κοινά μέχρι σήμερα. Οι συζητήσεις που κάνω μαζί τους με έκαναν να αντιληφθώ την δύναμη που έχει ο Ελληνισμός ΑΝ αποκτήσει ένα όραμα. Έναν ανώτερο σκοπό. Ένα όραμα που η πραγματικά πνευματική ελίτ πρέπει να το φτιάξει και να το δώσει.
[1] Πάπυρος Larousse Britannica –
“Ωφελιμισμός”.
[2]
«Ο Πλούτος των Εθνών», Adam Smith.
Σινίκογλου Μιχάλης
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου