Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Είναι γενικότερα απορία των ευρύτερων μαζών, πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μια κρατικά κατευθυνόμενη Οικονομία σε σχέση με την σημερινή Καπιταλιστική Οικονομία. Ακούω προσωπικά διάφορά παραδείγματα κατά καιρούς, ένα παράδειγμα άξιο συζήτησης είναι αυτό της Ναζιστικής Γερμανίας και της Οικονομικής της πραγματικότητας. Πολιτικοί από όλες τις χώρες είναι καταγεγραμμένο ιστορικά ότι είχαν εκφράσει τον θαυμασμό τους για το Γερμανικό Οικονομικό θαύμα εκείνης της εποχής. Ειναι όμως αυτή και η πραγματικότητα; Ή μήπως η πράγματικότητα ήταν πιο περίπλοκη κάνοντας το Οικονομικό Μοντέλο βαθύτατα αναποτελεσματικό και τελικά οδηγώντας και στον πόλεμο;


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Η κεντρική πολιτική του Χίτλερ ήταν να δημιουργήσει μια Οικονομία βασισμένη στην πολεμική προετοιμασία. Η γενικότερη αντίληψη του ήταν ότι «η Οικονομία έχει δευτερεύουσα σημασία» και σαν σκοπό έχει να υποστηρίξει τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας.
Το παραπάνω τον έφερε σε απευθείας σύγκρουση με τον τότε Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Horace Greeley Hjalmar Schacht. Ο Schacht, στις πολιτικές του οποίου στηρίχθηκε το γερμανικό οικονομικό θαύμα στα πρώτα στάδια της Ναζιστικής Κυβέρνησης, παρέμεινε Υπουργός Οικονομικών από τον Αύγουστο του 1934 έως τον Νοέμβριο του 1937. Ο λόγος μετακίνησης του ήταν ότι ο Schacht πίστευε ότι η Ναζιστική Γερμανία έπρεπε να δώσει βιομηχανική έμφαση σε καταναλωτικά αγαθά παρά στην στρατιωτική παραγωγή. [1]

ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΤΗΣ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ

Η πολιτική της αυτάρκειας ήταν κεντρική πολιτική γραμμή της κυβέρνησης των Εθνικοσοσιαλιστών (ΝΑΖΙ) ήδη από τα πρώτα στάδια της κυριαρχίας τους. Σύμφωνα με αυτή την πολιτική η Γερμανία έπρεπε να είναι μια χώρα απόλυτα αυτάρκης, ώστε να μην έχει δεσμεύσεις από εξωτερικούς παράγοντες και να μην περιορίζεται κυρίως γεωπολιτικά. Με δεδομένες τις ελλείψεις όμως πρώτων υλών για την Γερμανία αλλά και ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό (πολλές φορές ακόμα και εξειδικευμένο όπως θα δούμε στην συνέχεια) και κεφάλαιο, και αφού οι περιορισμοί μείωναν την προσφορά των συντελεστών παραγωγής, αυτό αύξανε τις τιμές των γερμανικών προϊόντων μειώνοντας τελικά την ανταγωνιστικότητα τους έναντι των ξένων των ελεύθερων οικονομιών. [2]

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

O Χίτλερ πίστευε στην ιδιωτική οικονομία ώστε να επιτευχθεί η «Φυλετική Ανωτερότητα», σε αντίθεση με το Σοβιετικό Καθεστώς της ΕΣΣΔ, το οποίο κατά την άποψη του δημιουργούσε «υπανθρώπους» (“Unterman”) και ζήλευε τα δυτικά μοντέλα, για να είμαστε ακριβείς, τα αποτελέσματα τους. Παρόλαυτά στα πλαίσια της ιδεολογίας του, δηλαδή του Εθνικοσοσιαλισμού, που τον έφερε στην εξουσία περιόρισε πολύ τις οικονομικές ελευθερίες.

Αρχικά σταμάτησε την ελεύθερη κίνηση των μισθών. Τα επίπεδα μισθού δεν ορίζονταν πια από την αγορά αλλά ήταν κρατική απόφαση ορισμένων αξιωματούχων. [3] Το ιδιωτικό κεφάλαιο συγκρατήθηκε για τις ανάγκες του κράτους και όχι των επιχειρήσεων. [3]

Παράλληλα η αύξηση των δημοσίων δαπανών ήταν εντυπωσιακή. Την περίοδο 1932 με 1938 αυξάνοντο με μέσο όρο 24% ετησίως!!! Το μέρος τους στο ΑΕΠ ανέβηκε από 13,6% στο 30,5%. Στο παραπάνω πλαίσιο θα περίμενε κανείς, ότι αφού ουσιαστικά οι κρατικές δαπάνες αυξάνονταν, το κράτος να κρατικοποιήσει βιομηχανίες ή να δημιουργήσει νέες προκειμένου να μειώσει τα έξοδα σε σχέση με τα οφέλη που απολάμβανε. Αυτό όμως συνέβη πάρα πολύ λίγες φορές μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. [3]. Τι συνέβη και αποφασίστηκε να μην το κάνουν;
Είναι γεγονός ότι το Ναζιστικό καθεστώς σε μεγάλο βαθμό περιόρισε την διαδικασία ελεύθερης λήψης αποφάσεων για τις μεγάλες βιομηχανίες, ωστόσο η διασύνδεση του με αυτές ήταν περισσότερο από προφανής ήδη από τα πρώτα στάδια ανόδου του Χίτλερ. Ο Χίτλερ κατάφερε να καταλάβει την εξουσία φέρνοντας σε συνεργασία τους Βιομήχανους, τον Στρατό, την γραφειοκρατία σε συνεννόηση και σε κοινή πλεύση και αυτός ίσως να είναι ο λόγος της μη κρατικοποίησης της οικονομίας, αλλά η δημιουργία ενός κρατικά κατευθυνόμενου καπιταλισμού. [3]. Άλλωστε μέρος της Οικονομικής Ελίτ της Γερμανίας αποτέλεσε μέρος της Ναζιστικής Ελίτ και χρηματοδότες του Ναζιστικού κόμματος στο παρασκήνιο πράγμα που δείχνει την σημασία που είχε για τον Χίτλερ το να διατηρήσει την ιδιωτική οικονομία σε λειτουργία στην χώρα του. Όλο αυτό γενικά είχε πρακτικά αποτέλεσμα ωστόσο, εξασφαλίζοντας αφενός καλύτερο επίπεδο ζωής για τους πολίτες της Γερμανίας, σε σχέση με αυτή της Σοβιετικής Ένωσης, παράλληλα όμως βοηθώντας και κάθε ελίτ να επιτύχει τους στόχους της και όλοι οι Γερμανοί μαζί τον κοινό τους στόχο. Σε αντίθεση με ότι οι Μαρξιστές θεωρούν φαίνεται τελικά πως τον τελικό λόγο στην Οικονομία τον είχε το Ναζιστικό Κόμμα χρησιμοποιώντας αυτό τους βιομήχανους ως μαριονέτες του, και την ιδιωτική πρωτοβουλία ως υπηρέτη της και όχι το αντίθετο. [3]. Ο Peter Temin όταν μιλάει κάποια στιγμή για τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών επιχειρήσεων της Ναζιστικής Γερμανίας, τους αποκαλεί, «ονομαστικούς κατόχους» και όχι πραγματικούς, των επιχειρήσεων τους.
Μαζί με όλα τα παραπάνω η Ναζιστική Ελίτ θεωρούσε ότι οι ελεύθερες επιχειρήσεις είναι αποτελεσματικότερες από την δημόσια ιδιοκτησία αφού παρά τους περιορισμούς περιέχοντο στην λειτουργία τους από το καθεστώς, συγκεκριμένες ελευθερίες πολύ σημαντικές στην παραγωγική διαδικασία.

Αφενός είχαν την ελευθερία του συμβολαίου. Παρότι το κράτος ήταν ο βασικός πελάτης τους, οι ίδιες είχαν την ελευθερία να προτείνουν και να υπογράφουν συμβόλαια με το κράτος και να ορίζουν τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορούσαν να φέρουν σε πέρας τα έργα. Παράλληλα το κράτος ενίσχυε τα συμβόλαια εξαγωγών παρότι περιόριζε τις εισαγωγές μειώνοντας την αποτελεσματικότητα τους. [3]. Οι ελευθερίες που απολάμβαναν στις αποφάσεις τους οι επιχειρήσεις έκαναν τα Γερμανικά προϊόντα περισσότερο ανταγωνιστικά από τα Σοβιετικά προϊόντα.

Αφετέρου είχαν την ελευθερία επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις δηλαδή είχαν ελευθερία στο που θα επενδύσουν τα κέρδη στοχεύοντας περισσότερο μακροπρόθεσμα σε σχέση με το βραχυπρόθεσμο και σε περίπτωση που οι επανεξοπλισμοί κάποια στιγμή σταματούσαν ήταν πιο καλά προετοιμασμένες. Παράλληλα οι περιορισμοί στην δυνατότητα τους να εισάγουν, περιόριζε την παραγωγική τους ικανότητα (πρόβλημα που το είχε και η ΕΣΣΔ με την πληθώρα πλουτοπαραγωγικών πόρων) και αυτό οδηγούσε περισσότερο σε συγχωνεύσεις, άρα μεγαλύτερες και ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις, παρά σε δημιουργία μικρότερων. Φυσικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιέστηκαν πολύ να κλείσουν προς όφελος των αποδοτικότερων μεγάλων. [3].

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: ΕΡΓΑΣΙΑ

Συγχώνευση των Συνδικάτων σε ένα και μοναδικό για όλη την Γερμανία, το DAF (Deutsche Arbeitsfront). Το DAF είχε την ευθύνη μετακινήσεων των εργαζομένων και του ορισμού των μισθών. Το DAF σταδιακά απεμπόλισε τα εργατικά δικαιώματα σε όφελος της παραγωγικότητας ειδικότερα μετά το 1935. Κάθε εργαζόμενος έπρεπε να κρατάει ένα Εργατικό Βιβλιάριο (Arbeitsbuch), στο οποίο καταγράφονταν όλες οι δραστηριότητες του που είχαν προηγηθεί. Αν κάποιος εργάτης για παράδειγμα είχε παραιτηθεί της εργασίας του, τότε αυτό καταγράφονταν στο βιβλίο, κάτι που μπορούσε να δει ανά πάσα στιγμή ο επόμενος εργοδότης. Τα όρια στις ώρες εργασίας μετακινήθηκαν (αυτό έγινε μετά το ξέσπασμα του πολέμου). Τέλος το σωματείο αποφάσιζε ποιος άνεργος θα δουλέψει που χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα επιλογής, φυσικά είχε το δικαίωμα της παραίτησης (με ότι αυτό συνεπάγονταν). [4]

Τα θετικά της παραπάνω πολιτικής επιλογής βέβαια ήταν η απαγόρευση των απολύσεων. Το γεγονός ότι κάθε εργαζόμενος ήταν βέβαιο ότι θα εργάζεται κάπου και η συνολική ασφάλεια που του παρέχονταν. Τέλος η δύναμη του Συνδικάτου τους εξασφάλιζε διακοπές σε μέρη και με δραστηριότητες που οι περισσότεροι από εμάς ακόμα και σήμερα δεν θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε. [4]

Το Γ’ Ράιχ σε μεγάλο βαθμό ακολούθησε μια πολιτική σύμφωνα με την οποία η γυναίκα έπρεπε να κάθεται στο σπίτι και να το περιποιείται μεγαλώνοντας τα παιδιά. Οι μισθοί που ορίζονταν από το κράτος προστατεύανε το Οικογενειακό Εισόδημα, χωρίς η γυναίκα να εργάζεται και όλη προπαγανδιστική έμφαση δόθηκε σε αυτή την εικόνα. Έτσι οι περισσότερες γυναίκες αποχώρησαν από την εργασία και δεν καταμετρώντο στα επίπεδα ανεργίας προκαλώντας κενά στις θέσεις εργασίας.

Συγκεκριμένες μάζες πολιτών αποκλείστηκαν από την διανομή εισοδήματος, αφήνοντας περισσότερα σε λιγότερους (πχ Εβραίοι). Αυτές οι ομάδες δεν θεωρούντο πολίτες και είτε δουλεύανε χωρίς αποζημίωση, είτε καθόλου. [3].

Τα παραπάνω τεχνητά όμως μείωναν την προσφορά εργασίας, αυξάνοντας την ζήτηση, με αποτέλεσμα να οδηγούν σε αύξηση της τιμής της εργασίας, κάτι που περιορίζονταν από τον ορισμό των μισθών από το DAF, δεν έπαυε όμως να είναι υψηλότεροι οι μισθοί από το αν η αγορά ήταν ελεύθερη, πράγμα που αύξανε το κόστος παραγωγής προϊόντων και επομένως μείωνε την ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας. Επομένως τα παραπάνω ήταν παράγοντες που καθιστούσαν τα Γερμανικά προϊόντα ακριβότερα από τα προϊόντα των Δυτικών Καπιταλιστικών χωρών.

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ: ΠΡΩΤΕΣ ΥΛΕΣ

Ως γνωστόν παρότι η Γερμανία έχει πολλές πρώτες ύλες, υπάρχουν πρώτες ύλες που είτε δεν τις είχε καθόλου (βλ. πετρέλαιο, αέριο), είτε που τις είχε σε πολύ μικρότερες ποσότητες από ότι χρειαζόταν (βλ. σίδερο, ελαστικά). Η πολιτική της «Αυτάρκειας» που περιγράφηκε παραπάνω λοιπόν ήταν ένα όνειρο απατηλό για την χώρα. Προσπάθησε βέβαια με διάφορες τεχνολογίες να δημιουργήσει τα προϊόντα αυτά, χωρίς σοβαρά αποτελέσματα όμως (πχ πετρέλαιο από άνθρακα). Αυτό την ανάγκαζε και την αναγκάζει ακόμα να χρησιμοποιεί εισαγωγές για να καλύψει τις ανάγκες της σε πρώτες ύλες. Με δεδομένο ότι δεν παρήγαγε ανταγωνιστικά καταναλωτικά προϊόντα λόγω πολιτικών αποφάσεων του Χίτλερ καταλαβαίνουμε ότι δημιουργείται ένα κενό στο εμπορικό ισοζύγιο. Παράλληλα το κράτος αποφάσιζε πόσο και τι θα εισάγει με βάση ακριβώς το πόσο χρειάζεται κάθε βιομηχανία για να φέρει σε πέρας τα έργα της, αυτό δεν επέτρεπε στις γερμανικές επιχειρήσεις να πειραματίζονται με νέα προϊόντα και ταυτόχρονα αύξανε την αξία των πρώτων υλών αφού περιόριζε την προσφορά τους, με αποτέλεσμα να επιδεινώνει ακόμα περισσότερο την ανταγωνιστική θέση των Γερμανικών προϊόντων.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Οι παραπάνω πολιτικές του Επανεξοπλισμού, της Αυτάρκειας αλλά και τους περιορισμού της ελευθερίας της οικονομίας, είχαν σαν αποτέλεσμα την μείωση της κατανάλωσης, ή σωστότερα την  μη αύξηση της στην Γερμανία αλλά και την μείωση των εξαγωγών, αφού η πτώση της κατανάλωσης και ο Διεθνής αποκλεισμός οδηγούσε σε λιγότερα ανταγωνιστικά προϊόντα σε σχέση με άλλες χώρες της Δύσης. [3]

Εκ του αποτελέσματος γνωρίζουμε ότι η στρατηγική πλεύση αυτή της Γερμανίας τότε, οδήγησε στην προσπάθεια επέκτασης της με συνέπεια το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου με τα γνωστά για την ίδια αποτελέσματα. [6]

Δεν είναι ακόμα σαφές ποια από τις δύο αποφάσεις θα ήταν η σωστή, κρίνοντας βέβαια εκ των υστέρων. Ωστόσο υπήρξαν περιπτώσεις όπου θεωρείται ότι η καταναλωτική προσέγγιση την οποία θεωρούσε ως σωστή ο Schacht απέτυχε, ή θα αποτύγχανε, δεδομένου των διαφορετικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην Γερμανία έναντι των ΗΠΑ. Η μαζική παραγωγή στην οποία στηρίζεται μια οικονομία με καταναλωτική προσέγγιση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την μαζική ζήτηση. Το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο. [2]

Ο Ford στήριξε πολύ το γερμανικό όνειρο του Χίτλερ για ένα «όχημα του λαού». Εκτός από την συμμετοχή του στα σχέδια, ο Ford έδωσε εξειδικευμένους εργάτες και μηχανικούς από την βιομηχανία του στην Γερμανία και ειδικότερα στα εργοστάσια που είχαν δημιουργηθεί από τους υπεύθυνους του DAF (το εργατικό ναζιστικό συνδικάτο, και μοναδικό συνδικάτο της Γερμανίας). Παράλληλα και άλλες βιομηχανίες όπως η General Motors και η Opel έπραξαν το ίδιο. Το σχέδιο για το Vlokswagen, δηλαδή ένα πραγματικά καλό και φθηνό όχημα που να κοστίζει κάτω από 1000 RM (Reichsmark) απέτυχε, καταβαραθρώνοντας το σύνολο της αυτοκινητοβιομηχανίας μαζί του.[2]

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ

Οι λόγοι αποτυχίας του project του Volkswagen ενέχουν σε μεγάλο βαθμό και τους λόγους αποτυχίας υιοθέτησης του καταναλωτικού οικονομικού μοντέλου για την Γερμανία της εποχής των Ναζί και δεν είναι άσχετοι από την ίδια την κρατική παρέμβαση στην Οικονομία.

Η λογική της αυτάρκειας της Γερμανίας, και οι πολιτικές που το Ναζιστικό Κόμμα υιοθέτησε για να τις επιβάλλει, οδήγησε σε άνοδο των τιμών πρώτων υλών πολλών προϊόντων βιομηχανικών, μέρος των οποίων αποτελούσαν είτε τα μηχανήματα παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, είτε πρώτες ύλες ή μέρη των προϊόντων αυτών (στην περίπτωση του Volkswagen τα ελαστικά, το πετρέλαιο, το αέριο). Η αύξηση των τιμών των γερμανικών προϊόντων ήταν αναντίστοιχη της ιδέας της μαζικής κατανάλωσης για όλα αυτά τα προϊόντα (αφού μείωνε την κατανάλωση) και άρα αναντίστοιχη της μαζικής παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων. [2]. 

Παράλληλα η αυτάρκεια δεν ήταν παρά μόνο στην λέξη. Μπορεί να μειώθηκαν πολύ οι εισαγωγές, ωστόσο ποτέ δεν έπαψαν οι εισαγωγές πρώτων υλών που δεν είχε σε επάρκεια η Γερμανία διώχνοντας κεφάλαια για την εισαγωγή τους. [5]. Το τελευταίο προκάλεσε ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο της Γερμανίας, αφού τα όπλα στα οποία είχε δώσει έμφαση στην παραγωγή της δεν μπορούσε να τα πουλήσει σε ποσότητες μεγαλύτερες των εισαγωγών.

Παράλληλα σε μεγάλο βαθμό η Γερμανική Πολιτική Ηγεσία δεν έδωσε καμία έμφαση στον προσδιορισμό των αναγκών του Γερμανικού λαού, αλλά διαμόρφωνε πολιτικές βάσει οράματος ενός ανθρώπου που πολλές φορές ερχόταν σε αντίθεση με τις καταναλωτικές προτιμήσεις και συνήθειες των Γερμανών πολιτών. Το οικονομικό μοντέλο των Ναζί λοιπόν ήταν αντίθετο στην προσαρμογή των επιχειρήσεων στις ανάγκες των καταναλωτών, αφού εναπόκειντο σε πολύ σκληρούς κανόνες και αποφάσιζε για λίγα. [2]

Παράλληλα οι διαθέσεις των Γερμανών πολιτών προς την κατανάλωση προϊόντων ως αποτέλεσμα των δύσκολων οικονομικά καιρών που είχαν περάσει πριν από την άνοδο των ΝΑΖΙ στην εξουσία, επηρέασαν βαθύτατα τις καταναλωτικές τους συνήθειες, αλλά και είχαν πολύ περιορισμένα εισοδήματα που δεν τα είδαν σημαντικά να αυξάνονται ώστε να αλλάξουν αυτές τις συνήθειες. [2]

Οι πολιτικές του Schacht ήταν αρκετές για να σώσουν την Γερμανική Οικονομία αρχικά. Στην συνέχεια όμως η έμφαση που δόθηκε στην πολεμική παραγωγή, μαζί με τις παραπάνω αποφάσεις του Ναζιστικού Κόμματος για την μείωση της ελευθερίας της αγοράς, μπορεί να μείωσε τα επίπεδα ανεργίας και να σταμάτησαν τον πληθωρισμό, ωστόσο μείωσε και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και διαμόρφωσαν μεγάλα ελλείμματα σε όλα τα ισοζύγια, ελλείμματα που οδήγησαν σε Οικονομική κρίση το 1939, που ήταν και η αιτία που ανάγκασε τον Χίτλερ να οδηγήσει την Γερμανία σε επιθετικότερη πολιτική και εν τέλει στον πόλεμο. [5]

ΑΠΟΨΗ

Προσωπική μου γνώμη είναι ότι η πολιτική του Schacht για να προχωρήσει απαιτούντο βήματα απελευθέρωσης της Οικονομίας από το καθεστώς, κάτι πολύ δύσκολο για ένα καθεστώς και μάλιστα για το συγκεκριμένο. Αλλιώς δεν θα είχε καλό μέλλον αφού η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της Γερμανίας ήταν χαμηλή εξαιτίας των περιορισμών στην Οικονομία.

Από την άλλη ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας κατανάλωνε πρώτες ύλες, πολλές από τις οποίες εισάγονταν, χωρίς όμως να δημιουργεί προϊόντα που να εξάγονται, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ελλείμματα τα οποία η Γερμανία πολύ δύσκολα θα συνέχιζε να διατηρεί για πολύ. Ο μόνος τρόπος η Γερμανία να επωφεληθεί της πολεμικής παραγωγής θα ήταν να την χρησιμοποιήσει για να αρπάξει πρώτες ύλες από τρίτους κάτι που έκανε στην περίπτωση της Αυστρίας, της Τσεχοσλοβακίας και τέλος της Πολωνίας που οδήγησε και στον πόλεμο, χωρίς όμως να θεωρώ ότι η Γερμανία ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος του πολέμου. [7]

Η πολιτική του Χίτλερ θα ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη κατά την γνώμη μου, αν η Γερμανία είχε τους πόρους και το μέγεθος της ΕΣΣΔ και δεν χρειαζόταν καθόλου τις εισαγωγές πρώτων υλών και σίγουρα θα ήταν αποτελεσματικότερη από το Κομμουνιστικό Σύστημα αφού θα χρησιμοποιούσε όλα τα πλεονεκτήματα της ιδιωτικής οικονομίας.

Από την ιστορία αλλά και την θεωρία και τις έρευνες αποδεικνύεται ότι τα Δημοκρατικά Φιλελεύθερα κράτη είχαν τόσο την ικανότητα να ευημερούν σε ειρήνη πουλώντας ανταγωνιστικά προϊόντα και κατακτώντας τις αγορές, όσο και στον πόλεμο με ικανότητα να δημιουργούν περισσότερη και καλύτερη ποιοτικά παραγωγή. 


Σινίκογλου Μιχάλης
Sinikoglou Michalis
B.Sc. Marketing and Communication (Athens University of Economics and Business)
M.Sc. in Services Management (Management Department, Athens University of Economics and Business)
[2] Adolf Hitler vs. Henry Ford: The Volkswagen, the Role of America as a Model, and the Failureof a Nazi Consumer Society, Wolfgang König, German Studies Review, Vol. 27, No. 2 (May, 2004), pp. 249-268
[3] The Role of Private Property in the Nazi Economy: The Case of Industry, Christoph Buchheim and Jonas Scherner, The Journal of Economic History, Vol. 66, No. 2 (Jun., 2006), pp. 390-416
[6] War, Economy and Society: 1939-1945, Alan S. Milward
[7] The Wages of Destruction The Making and Breaking of the Nazi Economy, Adam Tooze

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου